Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Εθνικισμός
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Ασφαλέστερο καταφύγιο του Ανθρώπου η Πατρίδα


"Δεν ζει χωρίς πατρίδα η ψυχή του ανθρώπου"
 Κωστής Παλαμάς

Από το λυκαυγές της ανθρωπότητας η πατρίδα υπήρξε το λίκνο και η βάση πολιτισμικής δημιουργίας κάθε έθνους και ταυτόχρονα το φυσικό κάστρο και η ασφαλέστερη καταφυγή των λαών από κάθε μορφή κινδύνου. Το κριτήριο του Αίματος μαζί μ’ εκείνο του Εδάφους αποτέλεσαν έναν αδιάσπαστο συσχετισμό παραγόντων που μορφοποιήθηκε στο σχηματισμό του κράτους που εφεξής αποτέλεσε το μεγάλο και κοινό σπίτι των όμαιμων και ομόφυλων πολιτών που αποκαλούμε πατρίδα.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Δημητρούκας Δημήτρης: Ο Εθνικιστής





Πέρασαν χρόνια; Πόσα 27 ; Αστειεύεστε !
 
Εγώ νιώθω ότι θα με πάρει ο Δημήτρης τηλέφωνο να μου πει: Συναγωνιστή έφτιαξα τα ρολά με τις αφίσες κανόνισα και με τους άλλους συναγωνιστές τον Νίκο τον Νέστορα και τον Σπύρο το βράδυ κατά τις 8 να βρεθούμε στην Νεμέσεως. Πήγαινε και λίγο νωρίτερα και φτιάξε το χαρτοπανό μπογιές έχω στο ντουλάπι.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Η ουσία της παρακμής


Για μια κοινωνία που βγαίνει προς το μαρασμό και στο θάνατο. Οι συμπτώσεις με την ελλαδική πραγματικότητα είναι τυχαίες.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Η γέφυρα για τη νέα γενιά εθνικιστών


...Πολεμάμε έχοντας τη γνώση, πως και αν νικήσουμε, δεν θα είμαστε εκεί να δρέψουμε τους καρπούς της νίκης.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Η συνέντευξη των Αυτόνομων Εθνικιστών στην εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας

 Οι ίδιοι δηλώνουν «Αυτόνομοι Εθνικιστές», είναι όλοι τους νέα παιδιά και δραστηριοποιούνται στο χώρο της Λάρισας, αλλά και σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία.Διαχωρίζουν τη θέση τους από την άκρα δεξιά και δεν δέχονται το κράτος «στην καταπιεστική του διάσταση, στις εξουσίες, και στον τρόπο που επιβάλλονται στους πολίτες». Για πρώτη φορά σπάνε τη σιωπή τους και η... παρέα μιλά στην «Ε» σε μία συνέντευξη εκ βαθέων, για τη δράση τους, τον εθνικισμό, τη δεξιά, αλλά και το μνημόνιο και την όλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.Είναι άραγε οι... αναρχικοί της Δεξιάς; Όπως πάντως και να έχουν τα πράγματα ένας προβληματισμός και μάλιστα από νέους ανθρώπους  γεννιέται. Παρακολουθήστε τους λοιπόν:

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Τι είναι σοσιαλισμός για τους εθνικιστές

Για να αντιληφθούμε τι ακριβώς σημαίνει σοσιαλισμός για το εθνικιστικό κίνημα, θα αναφέρουμε κάποια αποσπάσματα από τη μεγαλειώδη ομιλία που έδωσε στον Πειραιά ο εθνικιστής καθηγητής της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών, Δημήτριος Βεζανής, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1945, στον τότε κινηματογράφο «Καπιτόλ».

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Nα φοβάσθε τους Εθνικιστές….

 Όταν προδοτικές σκέψεις σας εκφράζετε,  να φοβάσθε τους Εθνικιστές.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Σύγχρονοι καιροί


"..Η Δημοκρατία τους παρέχει την άνεση οίκου ανοχής πολυτελείας: Η Ελευθερία και η Εκπαίδευση, πληθωρικές ξανθιές, τους προσφέρουν μητρικά στήθη, η Δημοκρατία, με κόκκινη κυλόττα, τριγυρνάει ανάμεσα στα τραπέζια, κουνιέται προκλητικά, έχει άχαρα πισινά, αλλά με πουδραρισμένους γλουτούς. Και η Καθολική Ψηφοφορία, μια μικρή πεπειραμένη μελαχροινή, βάζει χέρι στην σχισμή του παντελονιού τους…. Αυτοί, με βλέμμα απλανές, με μισάνοιχτο στόμα, ευχαριστούν εκ βάθους καρδίας την “κυρία” της οποίας το “σπίτι” είναι τόσο εξυπηρετικό…"

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Περικλής Γιαννόπουλος: Ο Απόλλωνας της Αναγεννήσεως

Πάντα σ’ εποχές εθνικών κρίσεων, το έθνος στρέφεται ασυναίσθητα προς τον εαυτόν του, προς τις ανεξάντλητες προγονικές ρίζες και αναζητεί εκεί τη δύναμη για την περαιτέρω πορεία του. ‘Έτσι εξηγείται και η προθυμία με την οποία τα λογοτεχνικά σωματεία τής χώρας επικρότησαν πριν χρόνια την πρωτοβουλία μιας ομάδας νέων για τον εορτασμό τού έτους “Περικλή Γιαννόπουλου”. Επειδή σε εποχή πού τα διεθνιστικά κηρύγματα και “ρεύματα” απειλούν την εθνική μας υπόσταση, μόνο ή επιστροφή στις εθνικές μας πηγές και μάλιστα με τρόπο έντονο, σαν αυτόν πού διδάσκει ο Γιαννόπουλος, μπορεί να σώσει το γένος των Ελλήνων απ’ τον καταστροφικό δρόμο των “υπερεθνικών ενοτήτων” και να το καταστήσει και πάλι άξιο της ιερής του αποστολής.

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010


Στην Κύπρο του 21ου αιώνα το να εξακολουθείς να νιώθεις και να δηλώνεις ΕΛΛΗΝΑΣ είναι μια πράξη αντίστασης. Η βεβήλωση των ελληνικών σημαιών από τα μνημεία των εθνικών ηρώων είναι πλέον ένα καθημερινό φαινόμενο που δεν δείχνει να απασχολεί την κυβέρνηση. Άλλωστε ο... «αέρας» παίρνει πάντα μόνο τη μία εκ των σημαιών. Η κυπριακή μένει άθιχτη και κυματίζει μοναχικά στα μνημεία των αγωνιστών που έπεσαν για την ΕΝΩΣΗ και την ΕΛΛΑΔΑ!

Στην Κύπρο του σήμερα συνεχίζει να καλλιεργείται μέσω μιας κομματικής νεολαίας και κάποιων κερκίδων ένας τοπικίστικος αρχοντοχωριατισμός που με αφορμή την προδοσία του '74 αρνείται την ελληνικότητά του. Είναι, λοιπόν, πράξη αντίστασης η ανύψωση της Ελληνικής σημαίας και η επιβεβαίωση της ταυτότητάς μας ως Ελλήνων της Κύπρου. Μια πράξη που στρέφεται ενάντια στην αμερικανοθρεμμένη παγκοσμιοποίηση, αλλά κυρίως ενάντια στον βρετανόπνευστο αφελληνισμό των Ελλήνων της Κύπρου.

Όλως παραδόξως τον εθνικό αποχαρακτηρισμό του κυπριακού Ελληνισμού δεν τον εμπνεύσθηκε πρώτη η Τουρκία, παρά το στερεότυπο του εχθρού που έχουμε στο μυαλό μας. Ναι, οι «δημοκράτες» πρώην (;) αποικιοκράτες ήταν οι πρώτοι που είχαν τη φαεινή ιδέα της εθνογένεσης, της δημιουργίας μιας νέας «εθνικότητας» και μιας νέας «ταυτότητας», στο όνομα και μόνο «κυπριακής» και πλήρως φτιαχτής, με μόνο σκοπό να εξυπηρετηθούν τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια στη Μέση Ανατολή διά της διατήρησης της κυριαρχίας επί του κυπριακού εδάφους.
Το σχέδιο είχε ως εξής: Μία Κύπρος κατοικημένη μόνο από Κυπρίους δεν θα είχε λόγο να διεκδικήσει την ένωσή της με κανένα άλλο κράτος και συνάμα με τη σαθρή και κατασκευασμένη ταυτότητα με τις ρηχές ρίζες δεν θα είχε λόγο ούτε καν να διεκδικήσει την ελευθερία της! Οι Νεοκύπριοι θα μπορούσαν να υπαχθούν ευκολότερα στο βρετανικό imperium (αυτοκρατορία), θα μπορούσαν ευκολότερα να γεννηθούν στις ψυχές τους αισθήματα κατωτερότητας απέναντι στους αποικιοκράτες. Ένας λαός χωρίς ιστορικές ρίζες και με συμπλέγματα θα ασθανόταν θαυμασμό και δέος μπροστά τους «ανεπτυγμένους» (τεχνολογικά πάντα) Βρετανούς. Αν μάλιστα μια μερίδα εξ αυτών των ιθαγενών εξασφάλιζε παράλληλα κοινωνικοοικονομική ανέλιξη διά της αγγλικής εκπαίδευσης το σχέδιο θα είχε ολοκληρωθεί. Όχι μόνο θαυμασμός, αλλά και ευγνωμοσύνη για τα «καλά» του βρετανικού imperium!

Ήταν αυτό το σχέδιο που επιχείρησαν να εφαρμόσουν στην Κύπρο. Μόνο που πολύ σύντομα στην οικοδόμηση αυτής της τεχνητής αντεθνικής «κυπριακότητας» ήρθε να προστεθεί το εντελώς αντίπαλο δόγμα «διαίρει και βασίλευε». Το δόγμα αυτό επέτασσε την διαρκή αντιπαλότητα των εθνοτήτων στη νήσο, ούτως ώστε στο τέλος η κερδισμένη να ήταν η Βρετανία, η οποία θα παρουσιαζόταν ες αεί ως ο μόνος ισχυρός παίκτης ή η μόνη σταθεροποιητική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη.
Στην ουσία αμφότερα τα δόγματα ανήκαν στο ίδιο μοτίβο: στη σύγκρουση των εθνικισμών. Αφ' ενός ένας οιωνεί κρατικός εθνικισμός (να φτειαχτεί μια νέα ταυτότητα βάσει των ορίων της αποικίας) και αφ' ετέρου ένας εθνοτικός εθνικισμός (να συγκρουστούν ανταγωνιστικά η ελληνική κοινότητα με την ισχυρή τουρκική μειονότητα). Συν τοις άλλοις και των δύο βασικός υποκινητής ήταν μια τρίτη ξένη επεκτατική δύναμη.

Αυτή η τρίτη δύναμη βρήκε τον τρόπο να συγκεράσει τα δύο δόγματα ή κατά καιρούς να υπερτονίζει το ένα ή το άλλο: την ανάγκη για μια νέα, τεχνητή, «κυπριακή» ταυτότητα ή την αδυναμία συνύπαρξης μαζί σε ένα ενιαίο και δημοκρατικό κράτος Ελλήνων και Τούρκων.

Για να σιγουρευτεί όμως η Βρετανία πως η πλειονότητα των κατοίκων, δηλαδή η Ελληνική πλειονότητα, δεν θα ήταν επικίνδυνη και δεν θα οδηγούσε στην Ένωση του νησιού με την Ελλάδα και τη μόνιμη απώλεια της κυριαρχίας της από το νησί, σκέφτηκε ότι η νέα ταυτότητα δεν ήταν απαραίτητο να αγγίξει τόσο τους Τούρκους της Κύπρου. Αντιθέτως μάλιστα, έδειξε να σέβεται απόλυτα την τουρκικότητα των Τούρκων και να την ερεθίζει εναντίον των Ελλήνων. Η σφαγή των Κοντεμενιατών το 1958, η χρήση Τούρκων στο επικουρικό αστυνομικό σώμα κατά του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, η αφύπνιση της Τουρκικής κυβέρνησης και η μεταφορά της στη σκακιέρα του Κυπριακού ήταν μόνο μερικά από τα πολλά που έπραξε η «φίλη» Αγγλία.

Διαχρονικά μάλιστα η Αγγλία δείχνει υπερευαισθησία απέναντι στον «εθνικισμό» των Ελλήνων που ζητούν... απελευθέρωση, ενώ υπνώττει για στον εθνικισμό των Τούρκων που κατέκτησαν, κατέστρεψαν, ξερίζωσαν το 1/3 του πληθυσμού της νήσου και εξακολουθούν να ελέγχουν στρατιωτικά και οινομικά τη μισή Κύπρο την οποία και εποικίζουν!

Ήταν άλλωστε ο «εθνικισμός» των Ελλήνων που απέτρεψε το δικό τους σχέδιο το οποίο παρουσιάστηκε με το όνομα του Ανάν.  «Σε καλώ να σεβαστείς το ΔΙΚΑΙΟ, την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και την ΙΣΤΟΡΙΑ σου» ήταν ίσως η συγκλονιστικότερη φράση εκείνου του ανεπανάληπτου προέδρου της Κύπρου. Και καμία εκ των τριών λέξεων δεν ήταν τυχαία. Χωρίς την πίστη στο δίκαιο του αγώνα μας, χωρίς αξιοπρέπεια που πηγάζει από τον σεβασμό στην ιστορία και την εθνική ταυτότητά μας ο κυπριακός Ελληνισμός θα έπεφτε εύκολα στην παγίδα της «μοναδικής ευκαιρίας»!

Χωρίς καμία έκπληξη βρίσκουμε ότι τα δύο βρετανικά δόγματα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην πολιτική επιδίωξη των Αμερικανοβρετανών. Η πολιτική επιδίωξη της Διζωνικής Διχοτόμησης της Κύπρου με το εύηχο όνομα «Ομοσπονδία» είναι στην ουσία η επιβεβαίωση της νίκης των δύο εκ πρώτης όψεως αντίθετων δογμάτων. Μια εξεταστικότερη ματιά αποκαλύπτει ότι δεν υφίσταται τέτοια αντίθεση:

Α) Αφού διά μέσου ξένων και εντόπιων συνωμοσιών επιτεύχθηκε η επανεμπλοκή της Τουρκίας, βρέθηκε σε έξαρση ο τουρκικός εθνικισμός με υπερβολικές συνταγματικές απαιτήσεις, δημιούργησε κρίση στη Δημοκρατία και θύλακες στο χώρο της και τελικά η Τουρκία επανήλθε στρατιωτικά στο σώμα της Κύπρου διά εισβολής και ροής αίματος, μια λύση πλήρως ομαλή φαντάζει αδύνατη. Έχει «επιτευχθεί» τόση πρόκληση ανωμαλίας στο νησί που οι πολιτικοί θεωρούν ότι δεν μπορεί ποτέ να επανέλθει η κατάσταση στην ομαλότητα και τη δημοκρατία. Έχουν πεισθεί ότι η λύση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με περικοπή των δικαιωμάτων των πολιτών της δημοκρατίας, με μαζική περιστολή των ελευθεριών του λαού και με υιοθέτηση του ψυχο-καταρρακωτικού συνθήματος «φταίξαμε όλοι» και θύματα και θύτες άρα να πληρώσουν και οι δύο μεριές.

Β) Στην πράξη εκείνος που καλείται να πληρώσει είναι οι Έλληνες της Κύπρου. Αυτοί καλούνται να περιστείλουν τα δικαιώματά τους, αυτοί να απωλέσουν τη γη τους και την ιστορία τους, αυτοί να αποκλειστούν από την επιστροφή και να αποδεχτούν τα «τετελεσμένα». Στο σχέδιο Ανάν προνοούνταν τέτοιες ποσοστώσεις εκατέρωθεν επιστροφών που διασφάλιζαν την πλήρη επιστροφή των Τούρκων στις ελεύθερες περιοχές. Κάτι αντίστοιχο δεν ίσχυε, όμως, και για τους Έλληνες όσον αφορά τα κατεχόμενα!

Συνεπώς για να διασφαλιστεί ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα σηκώσουν ποτέ κεφάλι και δεν θα γίνουν επικίνδυνοι ευνοείται ο αφελληνισμός τους. Μόνο έτσι θα απωλέσουν την αξιοπρέπειά τους, αυτό το τρισκατάρατο κατάλοιπο του Ευαγόρα της Σαλαμίνας και του Ρε Αλέξη, των 13 μοναχών της Καντάρας και του εθνομάρτυρα Κυπριανού, του Παλληκαρίδη, του Αυξεντίου, του Μάτση. Μόνο έτσι θα δεχτούν το δυσλειτουργικό νέο απαρχάιντ των δύο Ζωνών. Παράλληλα για να διασφαλιστεί η κυριαρχία των Βρετανών στο νησί δεν προωθείται μία καθολική νέα ταυτότητα. Προτιμάται η αντιπαλότητα συγχυσμένων ή και αποχρωματισμένων Ελλήνων και εθνικιστών Τούρκων, ούτως ώστε να μην οδηγηθούν ποτέ από κοινού στη θεμελίωση μιας λειτουργικής Δημοκρατίας και στην επιδίωξη εκδίωξης των βρετανικών βάσεων!

Αναντίλεκτα το επιδιωκόμενο νέο σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Κύπρου θα οδηγήσει στη συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας (διά της τρομοκρατίας ή του αφελληνισμού), ενώ ταυτόχρονα θα συντηρεί για πάντα την αντιπαλότητα μεταξύ των προνομοιούχων και των μη προνομοιούχων βάσει εθνότητας!

Ας το ξανασκεφτούν, λοιπόν, οι τάχα αντιμπεριαλιστές της τάχα αριστεράς όταν θα κατεβάζουν την επόμενη ΕΛΛΗΝΙΚΗ σημαία. Νερό σε ποιου τον μύλο ρίχνουν; Της αντίστασης ή του ιμπεριαλισμού; Της αξιοπρέπειας ή της δουλοπρέπειας; Και δεν συνθηματολογούμε. Ειλικρινά διερωτώμαστε. Πέρα από τυφλό φανατισμό διαθέτουν κάτι άλλο να δώσουν στην Κύπρο;

Υ/Γ. Έχει παρέλθει πάνω από μία εβδομάδα που η ανίερη πράξη της υποστολής της γαλανόλευκης από το μνημείο του ήρωα Κυριάκου Μάτση ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ μένει χωρίς θεραπεία... Μα τη θεραπεύουμε εντός μας με αέναη έπαρσή της στις ψυχές μας. Και με τη βοήθεια του Θεού τη μαγιά θα τη διατηρήσουμε σ' αυτό το ξερονήσι.
 
Πηγή

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Γραφεία Γκρίζων Λύκων στην... Ελευσίνα



Kαι εκεί που νομίζεις ότι τα έχεις ακούσει όλα, μια είδηση σαν την παρακάτω, σε κάνει να αναθεωρήσεις.. Γραφεία της τουρκικής εθνικιστικής οργάνωσης των Γκρίζων Λύκων στήθηκαν εντελώς φανερά και απροκάλυπτα σε ισόγειο κεντρικότατου σημείου της Ελευσίνας! Στον συγκεκριμένο χώρο αναρτήθηκαν σε εμφανή σημείο γνωστά σύμβολα των .."ιδεαλιστών" (ulkucu) όπως αυτοαποκαλούνται τα μέλη του κόμματος Εθνικιστικής δράσης, όπως ο γκρίζος λύκος, οι τρεις ημισελινοι συνοδευόμενα απο τα σχετικά συνθήματα.


Θορυβημένοι οι κάτοικοι της περιοχής κατείγγειλαν το γεγονός στον δήμαρχο της πόλης ο οποίος κάνοντας "ρελάνς προοδευτικότητας" στον Νομάρχη Χίου, φέρεται να καθησύχασε τους συμπολίτες του λέγοντας πως έχουμε δημοκρατία και ο καθένας μπορεί να αναρτά ότι σύμβολα θέλει.. Σεβόμενοι απολύτως τις προοδευτικές απόψεις των τοπικών αρχόντων και προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, θα θέλαμε να διευκρινήσουμε πως :

α) Το συγκεκριμένο "σωματείο" δεν αποτελεί ΜΚΟ υπερ της προστασίας του συμπαθέστατου ζώου της στέπας.

β) Τα τσιγκελωτά μουστάκια των Τούρκων παρακρατικών δεν έχουν ουδεμία σχέση με το αντίστοιχο "αξεσουάρ" της αμερικανικής γκέι κοινότητας.

Η ιδεολογία του κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) είναι ένα μείγμα Παντουρκισμού-Παντουρανισμού με δόσεις ισλαμισμού και εδράζεται σε τρεις πυλώνες: Τον Εθνικισμό (milliyetcilik), τον Τουρκο-Ισλαμισμό (ulkuculuk) και τον Παντουρκισμό (Nizam-i Alem) ο οποίος προωθεί την ιδέα ενός neue ordnung υπό την ηγεσία του Τουρκικού κόσμου.

Ως γνωστόν η συγκεκριμένη οργάνωση διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες -στην ουσία είναι συγκοινωνούντα δοχεία- και έχει στο ενεργητικό της πλούσια ανθελληνική δράση (συμπεριλαμβανομένων των καταστροφικών πυρκαγιών του 1994 στην Ρόδο). 

Μετά από την εδραίωση της παρουσίας της στην Θράκη φαίνεται πώς προωθείται η εξάπλωση και σε άλλες περιοχές της χώρας με έντονη παρουσία μουσουλμανικού στοιχείου, όπως η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας. Όλως τυχαίως όχι μακριά απο τον συγκεκριμένο χώρο φιλοξενούνται 2 μουσουλμανικά τζαμιά..

Πηγή

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

100 χρόνια Περικλής Γιαννόπουλος



Πάντα σ’ εποχές εθνικών κρίσεων, το έθνος στρέφεται ασυναίσθητα προς τον εαυτόν του, προς τις ανεξάντλητες προγονικές ρίζες και αναζητεί εκεί τη δύναμη για την περαιτέρω πορεία του. ‘Έτσι εξηγείται και η προθυμία με την οποία τα λογοτεχνικά σωματεία τής χώρας επικρότησαν πριν χρόνια την πρωτοβουλία μιας ομάδας νέων για τον εορτασμό τού έτους “Περικλή Γιαννόπουλου”. Επειδή σε εποχή πού τα διεθνιστικά κηρύγματα και “ρεύματα” απειλούν την εθνική μας υπόσταση, μόνο ή επιστροφή στις εθνικές μας πηγές και μάλιστα με τρόπο έντονο, σαν αυτόν πού διδάσκει ο Γιαννόπουλος, μπορεί να σώσει το γένος των Ελλήνων απ’ τον καταστροφικό δρόμο των “υπερεθνικών ενοτήτων” και να το καταστήσει και πάλι άξιο της ιερής του αποστολής.

Το έργο του Γιαννόπουλου, αν και για πολλά χρόνια έμεινε σκορπισμένο και για τούτο άγνωστο στους πολλούς, επέδρασε αποτελεσματικά σε μία εκτεταμένη πλευρά τής πνευματικής ζωής τού τόπου. Εκτός από το πλήθος εκείνων πού έμμεσα επηρεάστηκαν απ’ αυτόν, το έργο τού Αγγέλου και της Εύας Σικελιανού είναι απόρροια των Γιαννοπούλειων ιδεών. Γιατί, ακολουθώντας πιστά τη γραμμή του κηρύγματος του ο Σικελιανός, δέθηκε απόλυτα με την γη των Δελφών, ένοιωσε το μυστικό της μήνυμα και δημιούργησε το δικό του έργο, με αποκορύφωμα την εξανθρωπιστική ιδέα, πού ο Γιαννόπουλος είχε θέσει σαν το Ελληνικό ιδανικό.

Εκεί πάλι, στο έργο του Περικλή Γιαννόπουλου, έχει τις ρίζες της και ή εθνική προσφορά τής Αγγελικής Χατζημιχάλη, η οποία οδήγησε τις Ελληνίδες μακριά από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά πρoτυπα βοηθώντας τες να επιστρέψουν και να αντλήσουν δυνάμεις μέσα απ’ τις αγνές και άδολες πηγές της λαϊκής μας χειροτεχνίας.

Στον Γιαννόπουλο, πού πρώτος είδε την αξία του, χρωστά πολλά και ο Δημήτρης Πικιώνης, το δε αρχιτεκτονικό και ζωγραφικό, -όλο του το αισθητικό έργο-, με την παγκόσμια αναγνώριση, στηρίζεται απόλυτα πάνω στις γραμμές που είχε χαράξει εκείνος. Αλλά τόσο η δράση όσο και τα κείμενα του Ίωνα Δραγούμη μιλάνε από μόνα τους για τον επηρεασμό του από την διδασκαλία του Περικλή Γιαννόπουλου.

Γεγονός άλλωστε ότι η ελληνολατρική γραμμή στη νεώτερη λογοτεχνία μας ξεκινά απ’ τον Γιαννόπουλο και ότι με το έργο του, που βρήκε άξιο συνεχιστή στο πρόσωπο του Ίωνα Δραγούμη, κορυφώθηκε η ελληνική συνείδηση. Μέσ’ απ’ το καταλυτικό κάθε σάπιας ιδέας έργο του Γιαννόπουλου, μέσ’ απ’ αυτή την άρνηση τόσων παραδεδεγμένων και κατεστημένων εννοιών, βγήκανε και διαμορφωθήκανε εθνικές πνευματικές άξίες, πού στήνουνε έναν ολάκερο πνευματικό πολιτισμό, ενώ ή φωνή του θα δείχνει πάντα το δρόμο τής εθνικής αναγέννησης.

Ο εθνικισμός, πού κήρυκάς του έγινε ο Περικλής Γιαννόπουλος και πού την φλόγα του φούντωσε μέσα στα στήθη τόσων φωτισμένων πνευμάτων, πού κινήθηκαν γύρω του και σύμφωνα με τα διδάγματά του, ήτανε κάτι το τέλειο διάφορο, όχι μόνον από τον μέχρι τότε, μα και από τον σήμερα εννοούμενο. Ήταν ο ελληνικός εθνικισμός τα πλαίσια του οποίου αυτός ξανατοποθέτησε στη σωστή τους βάση. Γιατί, με τον να καθορίσει σαν αποκλειστικό σκοπό του Έλληνα τον εξανθρωπισμό τής Οικουμένης, απέδειξε ότι μόνο ο εθνικισμός των Ελλήνων είναι σωστός, αφού αποβλέπει στο Πανανθρώπινο καλό και για τούτο και η έξαρσή του αναγκαία. Τονίζοντας συνάμα και την ιστορική μας συνέχεια, απ’ τα βάθη των αιώνων, έδωσε μαζί με την ορθή ερμηνεία της και την αναγνώριση τής μοναδικότητας της ελληνικής φύσης στην κατασκευή ανθρώπων, δηλαδή ανωτέρων πνευματικών ατόμων, που έχουν σαν προορισμό το ξάπλωμα της αληθινής γνώσης, του “Φωτός”, σ’ όλη τη γη. Με την προσφορά του αυτή διέστειλε την έννοια του ελληνικού εθνικισμού απ’ τον Σωβινισμό, ο οποίος ταυτίσθηκε πια με τον εθνικισμό των άλλων λαών, πού το φούντωμα και ή διατήρησή του απαιτούν μόνο αίμα, μαζί με την καταστροφή και τον αφανισμό των άλλων. Ενώ, αντίθετα, ο ελληνικός εθνικισμός, με σκοπό την πνευματική αναγέννηση του Έλληνα και προορισμό τη μεταβολή του σε φωτιστή και δάσκαλο του κόσμου όλου, είναι ο σωστός, ευεργετικός και για τούτο επιθυμητός απ’ όλους τούς λαούς, αυτός πού την έξαρση του αποζητά όλη η ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα.

Όμως, αν και κήρυττε ότι: “Προορισμός του Έλληνος εις τον κόσμον αυτόν ήτο και είναι εις κάθε εποχήν, ΣΗΜΕΡΑ και ΑΥΡΙΟΝ: Ο Εξανθρωπισμός της Oικουμένης”, εν τούτοις, ή παρεξήγηση πού τον συνόδευε σ’ όλη του τη ζωή, εξακολουθεί και μετά το θάνατο του να συνοδεύει τ’ όνομα και το έργο του. Αναντίρρητα, δεν υπάρχει άλλη, περισσότερο παρεξηγημένη νεοελληνική μορφή απ’ αυτόν. Όσο ζούσε, ήταν ο μεγάλος παρεξηγημένος των ημερών του, για να γίνει, μετά το τέλος του, o μεγάλος παρεξηγημένος και αγνοημένος μαζί όλων των ημερών. Βέβαια, όταν ένας αγωνίζεται μόνος εναντίον όλων, ακριβέστερα, όταν τον πολεμούνε όλοι χωρίς να αρκούνται στο ν’ αρνηθούν εκείνα πού τούς προσφέρει, κακή τοποθέτηση θεμάτων γίνεται πάντα. Μα, σ’ ότι αφορά το Γιαννοπούλειο έργο, η σφαλερή τοποθέτηση είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Κάθε πού θα γίνει αναφορά στο Γιαννόπουλο, είτε γενικά είτε ειδικά συμβεί αυτό και για οποιοδήποτε από τα κοσμοθεωριακά και βιοθεωριακά θέματα πού αυτός τοποθετεί τόσο Ελληνικά, η λέξη “σωβινιστής” έρχεται να σταθεί δίπλα στ’ όνομα του, κι’ αυτό με μία σταθερότητα και επιμονή, πού, αν δεν δικαιολογείται από την άγνοια του έργου του, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν αδικαιολόγητο πείσμα. Και τούτο, γιατί όλο το έργο του Γιαννόπουλου στηρίζεται πάνω σε μία θεμελιώδη βάση. Όλη του η προσπάθεια έχει ένα, θεμελιακά βασικό, σκοπό. Το ότι ή νεοελληνική αναγέννηση πρέπει να γίνει, το συντομότερο και σε τέλειο βαθμό, για να μπορέσει το Ελληνικό Έθνος να προχωρήσει έπειτα στην εκπλήρωση του προορισμού του, του καθήκοντος πού αιώνες τώρα και θεϊκά του έχει ανατεθεί: τον ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ. 

Πάνω σ’ αυτή, τη διαμετρικά αντίθετη προς την έννοια του σοβινισμού αρχή, οικοδομήθηκε το εθνικό πολύτιμο έργο του. Μ’ αυτό το γνώμονα έκρινε ο Γιαννόπουλος κάθε πλευρά τής Ελληνικής ζωής, περασμένης και σύγχρονης. Είναι κάτι, πού κανένας ούτε μέχρι σήμερα δεν το ‘κανε, ίσως γιατί ούτε ένας δεν κατόρθωσε να συλλάβει και να συνειδητοποιήσει το νόημα πού κρύβουνε οι λίγες αυτές λέξεις, πού πρώτος εκείνος διετύπωσε. Ο Έλληνας, για το Γιαννόπουλο, δε μπορεί να είναι ΠΟΤΕ σωβινιστής. Είναι ΜΟΝΟ Εθνικιστής, με μοναδικό του σκοπό όμως την μετάδοση των αληθινών φώτων, του αληθινού πολιτισμού, αυτού πού μόνο οι Έλληνες μπορούν και πάλι να δημιουργήσουν, σε ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ.

Πρόκειται για μία ιδεώδη συνύπαρξη ιδεών, που μόνο ή μεγαλοφυΐα του Γιαννόπουλου μπορούσε να συλλάβει και πού μέχρι σήμερα κανένας δε μπόρεσε να κατανοήσει. Συνύπαρξη, ή οποία θεωρείται αδιανόητη και ανύπαρκτη, μία και το μυαλό μας συνήθισε να δουλεύει μέσα στα στενά κάθε είδους ξενικά πλαίσια. Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ότι ο σωβινισμός έχει σα σκοπό την εδαφική και κάθε λογής υλική ωφέλεια και για να ολοκληρωθεί μεταχειρίζεται όλων των ειδών τα καταστροφικά και βίαια μέσα και ακόμη ότι για να διατηρηθεί, χρειάζεται το αίμα και τον αφανισμό των άλλων λαών. Σωβινισμός δηλαδή είναι ο Γερμανικός, Ρωσικός και κάθε -ικός εθνικισμός, όχι όμως και ο Ελληνικός. Και τούτο, γιατί ο Ελληνικός Εθνικισμός με σκοπό την πνευματική αναγέννηση του Έλληνα και προορισμό τη μεταβολή του σε φωτιστή και δάσκαλο του κόσμου όλου, είναι ευεργετικός για την Οικουμένη και επιθυμητός απ’ όλους τούς λαούς, αυτός πού την έξαρσή του αποζητά όλη ή ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα.

Την αναβίωση αυτή λοιπόν του Ελληνικού Εθνικισμού, μέσα στα σωστά του πλαίσια, επεδίωκε ο Γιαννόπουλος και αγωνιούσε βλέποντας την καθυστέρησή της. Γνώριζε πώς οι ζημιωμένοι ήσαν δύο. Και οι Έλληνες μα και η ανθρωπότητα, πού απέμενε χωρίς πνευματικούς αρχηγούς. Πιο αποκαλυπτική όμως των πεποιθήσεών του είναι η τοποθέτηση της Μεγάλης του Ελληνισμού Ιδέας, πού μας δίνει σκορπισμένη μέσα στο έργο του και χωρισμένη σε τρεις αναβαθμούς. Ο πρώτος, κατά σειρά, απαιτεί πνευματική αφύπνιση του Έθνους και κατανόηση του προορισμού του. Ο δεύτερος την απελευθέρωση και συνένωση όλων των υπόδουλων Ελληνικών εδαφών (όπου βέβαια υπάρχει ακόμη Ελληνισμός) και, απόρροια και κύριος στόχος των άλλων δύο, ο τρίτος, την πραγματοποίηση πλέον του εθνικού ιδεώδους, την προς τα έξω ακτινοβολία του Ελληνικού πνεύματος, αυτού πού ονομάζει Εξανθρωπισμό της Οικουμένης. Ανατρέπει μόνος του λοιπόν ο Γιαννόπουλος το χαρακτηρισμό πού οi αδιάβαστοι και ξενομαθημένοι του προσάπτουν, τοποθετώντας ταυτόχρονα μέσα στα σωστά του πλαίσια και τον Ελληνικό Εθνικισμό. Πλαίσια μεγάλα όσο και απλά, όπως έχουν όλα τα σπουδαία πράγματα όλες oi μεγάλες ιδεολογίες. Κι’ όσο για τις παρανοήσεις σχετικά με το έργο του, την απάντηση μόνο οι στίχοι του Λασκαράτου, γραμμένοι για όποιον “δια του πνεύματος ξεπεράσει οπωσούν την εποχή του”, μπορούν να δώσουν:

“… Δεν θάχη ειμή την άχαρην ελπίδα
Νάλθη άλλη γενεά με νοημοσύνη,
Νάν του κάμη μια μέρα δικαιοσύνη.”


Τον Γιαννόπουλο, πάνω απ’ όλα τον χαρακτηρίζει η πίστη του στο νέο ελληνικό πολιτισμό πού αυτός οραματίσθηκε και που στον ερχομό του απέβλεπε και πίστευε ακράδαντα. Το έργο του έχει σαν αφετηρία του τον ελληνισμό και περνώντας όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας μέσ’ απ’ αυτό το εξαγνιστικό καμίνι καταλήγει και πάλι σ αυτόν. Μελέτησε όχι μόνο τα ελληνικά κείμενα μα και κάθε τι το ελληνικό, απ’ τη φύση μέχρι και το τελευταίο αντικείμενο. Μεγαλοϊδεάτης από φυσικού του, με ακλόνητη πίστη στην αξία και τη δύναμη της ελληνικής φυλής, συνέλαβε το όραμα του νέου ελληνικού πολιτισμού, και έβαλε τα ιδεολογικά του θεμέλια τόσο γερά και βαθειά ώστε να μπορέσει αυτός να πυργωθεί ψηλότερα και από τον αρχαίο, απ’ τον οποίο γύρευε να παραδειγματίσει τη φυλή, αλλά όχι και να την επιστρέψει σ’ αυτόν.

Λάτρης κάθε ελληνικού είδε την καταστροφική ευρωπαϊκή επιρροή και έκανε σημαία του τον αγώνα για την αποτίναξή της. Μετέτρεψε το “πας μη Έλλην βάρβαρος”, σε “πάς μη Έλλην ανθρωποειδές”, και αγωνίστηκε για την διάδοσή του, μία και η πίστη στις ιδέες του τού είχε επιτρέψει να δει αυτό που μόλις άρχισε δειλά και όχι ξεκαθαρισμένα να παραδέχεται ή επιστήμη, την αυτοχθονία δηλαδή των Ελλήνων, να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα και να βροντοφωνάξει, αυτός πρώτος, την πνευματική λόγω φύσεως, υπεροχή τους απ’ όλους τούς άλλους λαούς. Ονομάζει τούς Έλληνες πνευματική αριστοκρατία και ανθρωποποιούς ολόκληρης Οικουμένης και καθιστά υπεύθυνο για την κατάντια του όλο τον Ελληνικό λαό και όχι μόνο την ηγεσία του, ζητώντας την πραγματοποίηση βαθειάς πνευματικής επανάστασης, σαν τη μόνη λύση πού μπορεί να ξαναβάλει το Γένος των Ελλήνων στο σωστό του δρόμο.

Σε εποχή εθνικής καταπτώσεως, μένοντας μόνος και αδιάφθορος αυτός πάλεψε για την μετάδοση των ιδεών του και όρθωσε το αδαμάντινο ύψος του έργου του, ανάμεσα απ’ τις μικρότητες της εποχής του και όλων των κατοπινών, δημιουργώντας με τα χέρια εκείνων πού μπορέσανε να τον αφομοιώσουν. Με γλώσσα μαστίγιο και ύφος εξουσιαστού πού τη δύναμή του αντλούσε μέσα απ’ την πίκρα για το χαμοκύλισμα της φυλής και των ιδανικών της, χτύπησε την πνευματική κατάπτωση, τον γραικυλισμό, την ξενομανία και κάθε πυορρούσα εθνική πληγή, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Χωρίς να παρατάσσει ξένες χρονολογίες, βιβλιογραφία ή ξένες γνώμες, έκανε και εξέθεσε τη σύνθεση τής ελληνιστικής του αντίληψης, με τρόπο καθαρά επιστημονικό. Στον ολέθριο διεθνισμό αντέταξε τον εθνικισμό και καθορίζοντας τον εκπολιτιστικό και εξανθρωπιστικό ρόλο του ελληνικού εθνικισμού άφησε κάπου να διαγραφεί και ή πίστη του στην αξία της κοινότητας για τη δημιουργία του ελληνικού θαύματος.

Απόλυτος σε όλα του, σαν τέλειος Έλληνας, έφυγε από τη ζωή σαν είδε πως δεν είχε έλθει ή στιγμή για να δεχτεί το Έθνος το κήρυγμά του και να το μεταβάλει σε βίωμα. Φεύγοντας όμως άφησε πίσω του πολύτιμο υλικό, και, πάνω απ’ όλα, τη σωστή τοποθέτηση του ελληνικού εθνικισμού, καθιστώντας τον έτσι απαραίτητο για όλη την οικουμένη. Η ζωή του, το έργο του και ο τρόπος πού έφυγε, συμβάλλανε στο να παραμείνει σαν ο μεγάλος παρεξηγημένος και αγνοημένος μαζί όλων των εποχών, αν και ήταν ο μεγαλύτερος προφητικός, πολιτικός και αναγεννητικός εγκέφαλος πού γέννησε η νεώτερη Ελλάδα, απαλλαγμένος απ’ όλα τα καταστροφικά ελαττώματα του Έλληνα.
Σήμερα, που oι ιδέες του δεν εξετάζονται πια σαν περίεργο φαινόμενο, μα έχουν αρχίσει να γίνονται συνείδηση των πολλών, όλο του το οικοδόμημα θα στέκεται από δω και πέρα σαν το πρότυπο τής ελληνικής νεολαίας, αυτής πού τόσο την αγάπησε και πού της αφιέρωσε όλο του το έργο, όλη του την εξελληνιστική προσπάθεια με τα λόγια:

“Η όλη εργασία (μου) είναι Αληθινή ΙΚΕΤΗΡΙΟΣ Έκκλησις. ΜΟΝΟΝ προς την Πανελλήνιον ΝΕΟΤΗΤΑ, την Αρσενικήν και την Θηλυκήν, δια την οποίαν και έγινε και την οποίαν κυρίως αφορά, ως ούσα, το ΑΥΡΙΟΝ και προς την οποίαν ολόκληρος αφιερούται… Διότι η ΝΕΟΤΗΣ θα είναι, είτε η Σημερινή, είτε η Αυριανή, είτε η μεθαυριανή, η Σημαιοφόρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ.”

Έστω και αν χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες από τότε πού ο “Απόλλωνας τής Αναγεννήσεως” πέρασε καβάλα στο άλογο του, μέσα απ’ τα κύματα της θάλασσας του Σκαραμαγκά, στεφανωμένος απ’ το φως του Ελληνικού Ηλίου, κι έφθασε κατάκοπος και απογοητευμένος στα Ηλύσσια πεδία, η Ελληνική Νεολαία άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται την τεράστια αξία του έργου του, πού με τα παραπάνω λόγια της αφιέρωσε και τής κληρονόμησε. Και την ώρα αυτή, πού το ξαναγύρισμα στις εθνικές μας ρίζες άρχισε ασυναίσθητα να συστηματοποιείται και να γίνεται όλο και πιο ουσιαστικό, οι γραμμές πού με οργή και πόνο, πνιγμένος για όσα έβλεπε, μα ανίκανος ν’ αντιδράσει, χάραζε ο Περικλής Γιαννόπουλος, μιλήσανε βαθειά στην ψυχή τής Ελληνικής Νεότητας, πού άρχισε να αναζητεί τη θέση της μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον προορισμό της πάνω στη γη. 

Κι’ ήταν φυσική, φυσικότατη αυτή η στροφή και ή αναγνώριση, μετά από τόσα χρόνια, του έργου Εκείνου, πού οι σημερινοί νέοι Έλληνες τον κατατάξανε ανάμεσα στους Προφήτες του Ελληνισμού. Γιατί είναι ο Περικλής Γιαννόπουλος που με το έργο του τούς προσδιορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία πρέπει να εργαστούν, για να υψώσουνε και πάλι την παγκόσμια προσφορά τους, και είναι ο Γιαννόπουλος που προβλέπει όλες τις αντιδράσεις των στενοκέφαλων και των ξενομαθημένων, συντρίβοντάς τους, απ’ τα βάθη του πανάλαφρου Αττικού χώματος πού τον σκεπάζει, με τις μεγάλες κι άφθαρτες Ελληνικές Αλήθειες, πού επιμένει “να τούς αδειάσει στο κεφάλι.”

Γιατί δεν περιορίζεται μόνο στο να υποδείξει στους Νεοέλληνες ότι “Προορισμός τού Έλληνος εις τον κόσμον αυτόν, ήτο και εiναι εις κάθε εποχήν, ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟΝ: Ο ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ”, άλλά προσδιορίζει πώς για να φθάσουν σε κείνο το υψηλότατο σημείο πνευματικότητας, πού θα τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν αυτόν τον ιερό τους σκοπό, πρέπει να κατανοήσουν ότι οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα τής φύσης, εικόνες και ομοιώματά της τα οποία είναι αναγκασμένα να εναρμονιστούν με αυτήν και να την εκφράζουν με όλες τους τις εκδηλώσεις, για να μπορέσουν να ζήσουν. Κατά συνέπεια, οι Έλληνες πρέπει να έχουν για οδηγό την Ελληνική τους φύση, να πιστεύουν εις αυτήν και να την λατρεύουν, σε σημείο θεότητας ίσως, οπότε θα τους γίνει δυνατό να εκφράσουν στην ανθρωπότητα την τέλεια ‘Ωραιότητα κι’ Ευγένεια τους, μ’ ένα νέο είδος δημιουργίας. Απαραίτητη όμως και βασική προϋπόθεση είναι να κατορθώσουν ν’ αποτινάξουνε τον Ευρωπαϊκό ζυγό, πού τούς έχει κυριολεκτικά παραστρατήσει, και να βυθιστούνε στον εαυτό τους, εκφράζοντας τον εσωτερικό και εξωτερικό τους κόσμο ανεμπόδιστα, και μπαίνοντας έτσι στη στράτα που οδηγεί στην Ελληνική ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ.

Αυτές εivαι οι γενικές γραμμές του “Περικλογιαννοπούλειου” κηρύγματος και κάθε άλλο παρά περίεργο μπορεί να θεωρηθεί σήμερα το γεγονός ότι έξω από μερικά πολύ φωτισμένα πνεύματα της εποχής του, όπως o Παλαμάς, ο Δραγούμης, ο Ξενόπουλος κλπ. πού αγκαλιάσανε το έργο του, οι υπόλοιποι το υποδεχτήκανε με αδιαφορία και χλευασμό. Κάθε άλλο όμως παρά παράδοξη μπορεί πια να χαρακτηρισθεί και η στροφή της νέας γενιάς προς ένα τέτοιο κληροδότημα σαν το έργο του Γιαννόπουλου, το τόσο πολύτιμο γι’ αυτήν στο καινούργιο της ξεκίνημα. 

Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν υπάρχουν ανεκτίμητοι συνδετικοί κρίκοι, άνθρωποι πού κάνανε πράξη τα λόγια του Γιαννόπουλου, Έλληνες που εφαρμόσανε, ο καθένας στο τομέα του, το κήρυγμά του και κρατήσανε άσβηστη την ελληνική φλόγα της καρδιάς τους, για να την παραδώσουνε σε κείνους που έρχονται μετά απ’ αυτούς… Εivαι όλοι αυτοί, με τις μεγάλες εθνικές τους προσφορές, πού οδηγήσανε αργά αλλά σταθερά την Ελληνική Νεότητα στο ξαναπλησίασμα του Γιαννόπουλου και στην αρχή για την αξιοποίηση τής κληρονομιάς του, ώστε να εκπληρωθεί και η επιθυμία την οποία ο ίδιος είχε εκφράσει λίγο πριν το θάνατό του με την φράση: “Μνήσθητί μου ΝΕΕ, όταν έλθης εις την Ελληνικήν σου Βασιλείαν.” Και οι Έλληνες νέοι όχι μόνο τον θυμηθήκανε, μα και τον τιμάνε αντάξιά του…

Μετά λοιπόν από όλα όσα παραπάνω διατυπώθηκαν, φαίνεται τώρα καθαρά και το πόσο άστοχη διαπίστωση κάνανε όσοι υποστήριξαν ότι ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν “αισθητικός – και ίσως μόνο αισθητικός.” Άστοχη και επιζήμια, γιατί παρουσιάζει μία καθαρά εθνική εργασία κάτω από άλλο πρίσμα. Μέχρι όμως πριν μερικές δεκαετίες ήταν τόσο λίγο γνωστό το έργο του Γιαννόπουλου και μάλιστα σε σύνολο, ώστε τέτοιες αστοχίες να δικαιολογούνται. Αν τα κείμενά του δεν είχαν μείνει τόσα και τόσα χρόνια σκορπισμένα θα είχαν ασφαλώς μελετηθεί και θα είχαν φωτισθεί όλες oi λεπτομέρειες της φιλοσοφίας του. Τότε, μαζί με άλλα πολλά, θα διαπιστωνότανε -στο συγκεκριμένο θέμα- ότι αισθητική για το Γιαννόπουλο σημαίνει αναζήτηση και μόνο των στοιχείων πού αποτελούνε τον πρώτο από τούς τρεις νόμους, πού διέπουνε την πλήρη διανοητική ζωή του ανθρώπου. Των νόμων “του Καλού (Ωραίου), του Αληθινού και του Αγαθού.” Το σωστό λοιπόν είναι ότι ο Περικλής Γιαννόπουλος ήτανε και αισθητικός, όπως ήτανε και τόσα άλλα “και” μα, πρώτ’ απ’ όλα Έλληνας.

Και Έλληνας πραγματικός, σωστός, πού δε δεχότανε συμβιβασμούς ούτε έκανε υποχωρήσεις. Πού πίστευε στην καταγωγή του -στη μοναδικότητα της καταγωγής του- και στην ιερότητα της αποστολής του. Για τούτο θέλησε να γίνει και κριτικός, διδάσκαλος, καθοδηγητής, ουσιαστικός αναμορφωτής του Γένους του. Ζητούσε, όπως έλεγε ο Γαβριηλίδης, “να εξελληνίσει το ρωμαίικο” και, -τι σφάλμα και ποία ειρωνεία!- τον είπανε γι’ αυτό του τον αγώνα σωβινιστή, ενώ εκείνος αγωνιζότανε κι’ αγωνιούσε για μία εθνική αναμόρφωση τέτοια ώστε να μπορέσουνε μία μέρα oi Έλληνες να εκπληρώσουν τον προορισμό τους, τον εξανθρωπισμό της Οικουμένης. Ήξερε πως ο Έλληνας δε μπορεί να εivαι ποτέ σωβινιστής. Κι έτσι (πρέπει πια να γίνει κατανοητό) ζητούσε εθνική αναγέννηση με πίστη και στόχο όμως στο εθνικό μας ιδανικό.

Απ’ αυτή την αντίθεση και μόνο φαίνεται το τι έχει συμβεί, γύρω στο έργο του και στον χαρακτηρισμό της προσωπικότητάς του. Ο καθ’ ένας πού μιλούσε ή έγραφε για τον Γιαννόπουλο στηριζότανε σ’ ένα μέρος του έργου του πού ή ανταποκρινότανε στο δικό του εσωτερικό κόσμο ή, ακόμα χειρότερα, με το να θίγει τα κακώς κείμενα, τον ενοχλούσε προσωπικά. Κι’ από δω πηγάζει η πλημμυρίδα εκείνων πού πολεμήσανε το έργο του και πνίξανε τη θύμησή του. Εδώ βρίσκεται και η εξήγηση της αρνητικής ή και παθητικής στάσης εκείνων πού αυτός πίστεψε ότι μπορούσαν να δημιουργήσουνε κάτι το αξιόλογο, ή απλώς τούς είχε εμπιστοσύνη – αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο. Λίγοι, πολύ λίγοι εiv’ αλήθεια, τολμήσανε να εκφραστούνε δημόσια και να υπερασπιστούνε το έργο και τη μνήμη του.

Έγραψε κάποτε ο Ξενόπουλος πως “για τούς ιδεολόγους του μέλλοντος κάθε φράσις τού Γιαννόπουλου είναι ικανή να γεννήσει ολόκληρον βιβλίον.” Και πραγματικά δεν είναι δυνατόν να συμβεί διαφορετικά μ’ ένα έργο πού ασχολείται τόσο διεξοδικά με την ανάλυση και τη λεπτομερή εξέταση τής ελληνικής πραγματικότητας, για να καθορίσει έπειτα δρόμους δημιουργικής ανασύνθεσης. Η πολυμέρεια αυτή είναι άλλωστε πού οδήγησε και σ’ όλες τις σχετικά μ’ αυτόν και το έργο του παρεξηγήσεις. Ύστερα είναι γεγονός ότι για να βρει κανείς τις αλήθειες του Γιαννόπουλου πρέπει στην αρχή μόνο να μελετάει και να επιφυλαχθεί να βγάλει τα συμπεράσματά του πολύ αργότερα. Παρουσιάζει τόσα και τόσα πράγματα ο Γιαννόπουλος, αλλά με νέα εμφάνιση και άλλα, πολλά, τελείως καινούργια, έρχεται τόσες πολλές φορές σε αντίθεση με τον δημιουργημένο μέσα μας κόσμο, μα απαντάει και σε τόσα -αν όχι τα περισσότερα- από το εσωτερικά και εξωτερικά μας ερωτηματικά πού τουλάχιστον σφάλμα θα ήτανε μία πρόωρη έκφραση γνώμης. Γιατί μετά από μία καλή μελέτη του έργου του το πιο λίγο πού έχει κανείς να κάνει είναι να επαναλάβει τα λόγια του Ίωνα Δραγούμη:

“Δεν ξέρω αν λεει σωστά πράγματα ή στραβά το βιβλίον τού Γιαννόπουλου, μα όταν το διάβαζα ήταν σαν άνεμος να φυσομανούσε μέσα μου τρομαχτικά και να συντάραζε τον ελληνισμό μου όλον και να με ελευθέρωνε και αφού το διάβασα μου φάνηκε σαν το βορριά τον παγωμένο πού μανιασμένος σαρώνει τούς βρώμιους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδι καθαρίζει τον Κόσμο. Το βιβλίο του καθαρίζει τον Έλληνα πού ξέρει να το διαβάσει….". [pheidias.antibaro.gr]

Δημήτρης Λαζογιώργος – Ελληνικός

Πηγή

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937): Ηρωϊκός τρόπος ζωής

“Η Ζωή είν’ ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας… Ο ηρωικός Άνθρωπος αποτελεί ο ίδιος κέντρον του εαυτού του, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τους άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μοναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονεί, μήτε να παραβγαίνει με τους άλλους, δεν χρειάζεται να βεβαιώσει τον εαυτό του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του……Γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμενον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ’ η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει, όχι το τι πιστεύεις, αλλά το πώς πιστεύεις ό,τι πιστεύεις… Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτό του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστερον ακόμη: να δαπανάται….”
Ιωάννης Συκουτρής

Ο Ιωάννης Συκουτρής, παρέα με φίλους του στην Κύπρο.

Ο Ιωάννης Συκουτρής ήταν Έλληνας φιλόλογος που διετέλεσε υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνήσιο τέκνο του μεσοπολέμου εξέφρασε την αγωνία που γέννησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και βίωσε την οδύνη από την αποτυχία της μικρασιατικής εκστρατείας. Η απώλεια επίσης, της προσφιλούς πατρίδας του Σμύρνης, συσσώρευσε στη ψυχή του μεγάλη πικρία. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το εξαιρετικής ποιότητας έργο του, που δεσπόζουν οι εκδόσεις κι οι εισαγωγές στη “Ποιητική” του Αριστοτέλη, το “Συμπόσιο” του Πλάτωνα, αλλά και για την αυτοκτονία του σε νεαρή ηλικία. Πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τότε που έδωσε τέλος στη ζωή του ο μεγάλος φιλόλογος και δάσκαλος, εξακολουθεί ωστόσο να κατέχει περίοπτη θέση στις συνειδήσεις των μυημένων, ενώ παραμένει παντελώς άγνωστος στο πλατύ κοινό. Υπήρξε μέγιστος στο χώρο του όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλη την Ευρώπη.

Βασικό στοιχείο της προσωπικότητας του ήταν το πάθος του κατά της ανευθυνότητας, το ίδιο πάθος τον χαρακτήριζε στο στίβο των ιδεών. Με πάθος πολεμούσε ό,τι δεν πίστευε, ποτέ όμως δεν καταδίκαζε τους εκφραστές αντιθέτων απόψεων ούτε φυσικά τους απέκλειε από τον πνευματικό του κύκλο. Λεπτοκαμωμένος, με πρόσωπο χλωμό που φωτιζόταν από ένα θερμό χαμόγελο, ανέβαινε στην έδρα κι ασκούσε τη γοητεία του με το στοχαστικό και συναρπαστικό του λόγο. Βασικό στοιχείο της προσωπικότητας του ήταν το πάθος του κατά της ανευθυνότητας, το ίδιο πάθος τον χαρακτήριζε στο στίβο των ιδεών. Το αμφιθέατρο, όταν δίδασκε, ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτο, κάτι που ενοχλούσε , φυσικά, τους συναδέλφους του καθηγητές. Η διδασκαλία του συνδύαζε την εμβρίθεια και την έξαρση. Κατάφερνε ακόμη και τα πιο ανιαρά κείμενα να τα μεταμορφώνει σ’ εναργές και συναρπαστικό γεγονός. Μέρος του πολυπληθούς ακροατηρίου του ανήκε σε διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους, ωστόσο, στο τέλος της διάλεξης ακολουθούσαν ενθουσιώδεις και θερμές εκδηλώσεις αποδοχής. Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις υποστήριζε ότι:

“Ο δάσκαλος οφείλει να ζωντανεύει το κείμενο, να το ζει και να το δίδει όπως ένας ηθοποιός”.

Γεννήθηκε 1η Δεκέμβρη 1901, στη λαϊκή συνοικία Γιοφύρι της Σμύρνης, πρωτότοκος γιος φτωχής οικογένειας με χιώτικη καταγωγή, βιοπαλαιστές. Τα οικονομικά μέσα της οικογένειάς του ήτανε περιορισμένα αλλά οι εξαιρετικές σχολικές επιδόσεις του, από το δημοτικό κιόλας εξασφάλιζαν την οικονομική υποστήριξη της Αρχιεπισκοπής Σμύρνης ώστε να κατορθώσει να ολοκληρώσει τη φοίτησή του στο σχολείο. Οι φιλολογικές του επιδόσεις φάνηκαν ήδη από τα κείμενα που έγραφε σε σχολικό περιοδικό κι από την ικανότητα χειρισμού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Τον στήριξε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος κι η Ευαγγελική Σχολή, που τον δέχτηκε υπότροφο για όλα τα μαθητικά του χρόνια. Το 1917 πεθαίνει ο πατέρας του. Το 1918 αποφοίτησε απ’ την Ευαγγελική Σχολή της Πόλης με άριστα. Αλλά το άριστα του πτυχίου του δε καλύπτει ούτε τις ατέλειωτες ώρες που πέρασε ξεκοκαλίζοντας τη πλούσια βιβλιοθήκη της Σχολής, ούτε τη ρητορική του δεινότητα, ούτε την ικανότητά του να συγγράφει στα αρχαία ελληνικά, ούτε τη συνεργασία του στο περιοδικό Αμάλθεια, όπου μαθητής ακόμα δημοσίευε φιλολογικές μελέτες με το ψευδώνυμο Αντιφών. Τελειόφοιτος ίδρυσε το φιλολογικό σύλλογο Επιστημονική Σμυρναίων Σύμβασις. Κατόπιν διορίστηκε δάσκαλος στην Αστική Σχολή, στη κωμόπολη (Μουραδιέ) Γκιαούρκιοϊ της Μαγνησίας κι εκεί οργάνωσε τον Εθνικόν Όμιλον, που τα μέλη του ορκίστηκαν να μη μιλούν παρά μόνον Ελληνικά.

Στα χρόνια του Α΄ Παγκ. Πολ. (1914-1919) οι νέοι της Σμύρνης ήσαν αποκλεισμένοι χωρίς καμιά δυνατότητα μετακίνησης προς την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Συκουτρής κατάφερε όμως να διαφύγει επιβιβαζόμενος σε ελληνικό πολεμικό πλοίο και να φθάσει στην Αθήνα ασφαλής το 1919. Γράφτηκε ως 2ετής στη Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1922. Η τάση του να ιδρύει άτυπους «συνδέσμους» επαληθεύτηκε κι εδώ. Γοργά συγκέντρωσε γύρω του ομάδα από Σμυρνιούς, φιλόλογους, -αλλά όχι μόνο-, συμφοιτητές και τους έπεισε να πάρουν έκαστος εν αρχαιοελληνικό όνομα: Πύθων ήταν ο Κ. Θ. Δημαράς, Ευφορίων ο Β. Τατάκης, Ιοφών ο Α. Καλογεράς, Μάγνης ο Ι. Τσικνόπουλος κ.λπ.

Αυτή η ομάδα, που αυτονομάστηκε Αθάνατη Παρέα, συνήθιζε να κάνει μακρινές πεζοπορικές εξορμήσεις στους αρχαιολογικούς τόπους, που τότε ήταν οι περισσότεροι άγνωστοι και δεν τους επισκέπτονταν παρά εγγλέζοι περιηγητές. Στην τοπογραφική, αρχαιολογική και γενικότερα αρχαιογνωστική ενημέρωση ο Συκουτρής πρωταγωνιστούσε, όπως αναμφισβήτητα πρωταγωνιστούσε και στις πολλές σοβαρές συζητήσεις της παρέας. Δεν ήταν μόνον οι απέραντες γνώσεις του, αλλά κι η ευστροφία κι η επιχειρηματολογική του δεινότητα που τον καθιστούσαν ακαταμάχητο, διαλεκτικά αντάξιο του σοφιστή Αντιφώντα του Ραμνούσιου, που συνέχιζε να χρησιμοποιεί το όνομά του, και βέβαια η παρέα δε παράλειψε στις εξορμήσεις της να επισκεφτεί (με τα πόδια!) τον Ραμνούντα.

Τα χρόνια των σπουδών του τα οικονομικά προβλήματα συνεχίζονταν, αλλά κάλυπτε τις ανάγκες του με εργασία ως βοηθός στο Σπουδαστήρι της Φιλοσοφικής Σχολής και με τα έσοδα από τις υποτροφίες του Σεβαστοπούλειου Διαγωνισμού, όπου συμμετείχε 2 φορές. Τα φοιτητικά του χρόνια τα πέρασε κοντά σε μια γερόντισσα θεία που του πρόσφερε στέγη σ’ ένα υγρό υπόγειο σε μια συνοικία του Πειραιά. Τα μεσημέρια, μη μπορώντας να πάει σπίτι του, κατέφευγε στον Εθνικό Κήπο. Εκεί κρυφά από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών μελετούσε κι έτρωγε σε καθημερινή βάση ψωμί κι ελιές κυριολεκτικά. Άρχιζε ν’ αδυνατίζει επικίνδυνα και σχεδόν έφτασε στο προφυματικό στάδιο. Δύο καθηγητές του, που είχαν διαπιστώσει τη πενία του, αλλά και την αξία του, του υπέδειξαν να πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό που προκηρυσσόταν μεταξύ των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής. Φυσικά ήλθε πρώτος και το χρηματικό έπαθλο τον ανακούφισε αρκετά.

Φυσικά αποφοίτησε κι από κει με το άριστα, τον Ιούλιο του 1922 κι άρχισε αμέσως να ετοιμάζει την επιστροφή στη Σμύρνη προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σα φιλόλογος και στρατιώτης, τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν. Η άλωση της Μ. Ασίας ήτανε γεγονός. Ο ίδιος ονόμασε την χρονιά κείνη έτος συμφοράς. Αυτή η καταστροφή ματαιώνει τα σχέδιά του. Όσο κι αν ήθελε να συνεχίσει ανώτερες σπουδές, έπρεπε μετά το θάνατο του πατέρα να συντηρήσει την οικογένειά του. Τα επόμενα 2 χρόνια μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας και παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη ποικίλων εκφάνσεων του κυπριακού πολιτισμού και προσπάθησε να οργανώσει την πνευματική και επιστημονική ζωή του τόπου ιδρύοντας συλλόγους κι εκδίδοντας τα Κυπριακά Χρονικά. Απίστευτο κι αξίζει να σημειωθεί λεπτομερέστερα, το τι κατόρθωσε μέσα σε 20 μήνες περίπου, όσο έμεινε κει.

Παράλληλα με τη διδασκαλία, που τον απασχολούσε 32 ώρες τη βδομάδα και που η επιτυχία της του χάρισε την εκτίμηση και τη φιλία του Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου, ο νεοδιόριστος φιλόλογος ιδρύει (τι άλλο;) έναν Όμιλο Νέων στη Λάρνακα, δίνει διαλέξεις, συμμετέχει ενεργά στην ιδρυτική κίνηση του Συνδέσμου Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως, εκδίδει την Επιστημονική Επετηρίδα των καθηγητών κι ένα περιοδικό δικό του, τα Κυπριακά Χρονικά, όπου δημοσιεύει πλήθος λαογραφικές, αρχαιολογικές, παλαιογραφικές, ιστορικές κ.λπ. μελέτες σε κυπριακά θέματα. Το υλικό τους το συγκεντρώνει πεζοπορώντας βδομάδες ολάκερες στα χωριά και τις πολιτείες του νησιού. Ο στόχος του, όσο ήταν στην Κύπρο, έχει διατυπωθεί από τον ίδιο:

“Σκέπτομαι, ή μάλλον ελπίζω να μη μείνω κι άλλον χρόνον, αλλ’ ακριβώς δι’ αυτό θέλω ν’ αφήσω καλήν ανάμνησιν και προσέτι, το σπουδαιότερον, ακριβώς δι’ αυτό δεν θέλω να φειδωλευθώ τας δυνάμεις μου εις το να δώσω μίαν ώθησιν εις την Σχολήν και τον τόπο. Πρέπει να δώσω απ’ τα Κυπριακά Χρονικά κατεύθυνσιν στους εδώ λογίους, να εξακολουθήσουν ό,τι προσπάθησα ν’ αρχίσω. Η εργασία μου εδώ κι η προσπάθειά μου είναι μάλλον να δημιουργήσω επιστημονική ζωή παρά να εργασθώ επιστημονικά, και πιστεύω πως κάτι κατόρθωσα. Αν θα εξακολουθήσει, άλλος λόγος. Είναι μια αρχή κι είναι η πρώτη απόπειρα”.

Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα κι εργάζεται σα βοηθός του Φιλοσοφικού Σπουδαστηρίου στο Πανεπιστήμιο. Το 1925 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, παντρεύεται τη Χαρά Πετυχάκη (που δικαίωνε και τα δυο της ονόματα) κι αναχώρησε για σπουδές Κλασικής Φιλολογίας στη Γερμανία, -με υποτροφία-, όπου παρέμεινε μέχρι το 1929.


Σπούδασε στα πανεπιστήμια Βερολίνου και Λειψίας κοντά στους 2 μεγαλύτερους φιλολόγους της εποχής: U. von Wilamowitz-Μoellendorff και W. Jaeger. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά σε φιλολογικές μελέτες τις οποίες δημοσίευε σε πολλά φιλολογικά περιοδικά και για λίγο μετέβη στη Γαλλία, όπου μελέτησε κι εκεί κάποια ελληνικά χειρόγραφα. Η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα τον “Επιτάφιο” του Δημοσθένη για τους πεσόντες Αθηναίους οπλίτες της Χαιρώνειας, οποίος εθεωρείτο νόθο έργο κι ο Συκουτρής απέδειξε ότι ήταν γνήσιο. Ενδεικτικό της φήμης που απέκτησε είναι το γεγονός ότι ο Wilamowitz τον είχε εντάξει στο φιλολογικό σύλλογο Graeca Wilamowitziana, αποτελούμενος από φιλόλογους, που στις συναντήσεις τους ερμήνευαν κλασικούς Έλληνες συγγραφείς. Ήτανε το μόνο μέλος μη γερμανικής καταγωγής που συμμετείχε στον σύλλογο.

Η μαθητεία του εξελίσσεται γρήγορα σε επιστημονικό θρίαμβο. Οι εργασίες του για το Δημοσθένη, το Σπεύσιππο, τους Σωκρατικούς, την αρχαία ελληνική και βυζαντινή Επιστολογραφία κ.λπ. εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία και την ευστοχία τους. Οι σοφοί της Δύσης δε φείδονται σ’ επαίνους για τον νεαρό έλληνα φιλόλογο, που τους βάζει τα γυαλιά, και τα πιο έγκριτα περιοδικά (HERMES, ZEIT, BYZANTINISCHE, Αθηνά) προσφέρουν τις σελίδες τους για να δημοσιευτούν άρθρα και κριτικές του. Ξεχωριστή τιμή: Ο διάσημος εκδοτικός οίκος Τeubner του εμπιστεύεται να συνεχίσει την έκδοση του Δημοσθένη, που είχε διακοπεί με το θάνατο του Fuhr.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να διδάσκει στο Αρσάκειο και παράλληλα διορίζεται βιβλιοθηκάριος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1930 εξελέγη παμψηφεί υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο μόλις 30χρονος Συκουτρής έχει ήδη να επιδείξει μιαν επιστημονική προσφορά, που άλλοι θα ‘τανε περήφανοι να την είχαν ως έργον ολάκερης ζωής και συνεχίζει. Συμμετέχει ολόψυχα στην ακαδημαϊκή και πνευματική ζωή της Αθήνας. Οι πανεπιστημιακές αίθουσες όταν διδάσκει, πλημμυρίζουν από φοιτητές, που στο πρόσωπό του βρήκανε τον αληθινό δάσκαλο. Με τα λόγια του Π. Κανελλόπουλου:

“Ο Συκουτρής αγάπησε αληθινά και με μια βαθιά ιστορική ευθύνη τη γενιά που τάχθηκε να διαπαιδαγωγήσει, δηλαδή τους νέους της εποχής του, αλλά και τη νεότητα ως μορφή ζωής πέρ’ από κάθε παροδικό σταθμό του χρόνου, αγάπησε βαθιά το έργο του, αγάπησε τη μοίρα της γης του και την πορεία του έθνους του”.

Αμέσως σχηματίζεται γύρω του ένας κύκλος από αφοσιωμένους μαθητές. Παράλληλα με τη διδασκαλία του ίδρυσε τον Φιλολογικό Κύκλο που λειτούργησε μεταξύ στενού κύκλου φοιτητών και σχετίζονταν με τη νεοελληνική και ξένη λογοτεχνία και το Επιστημονικό Φροντιστήριο για τη κλασική φιλολογία. Στις διαλέξεις του, αληθινές μυσταγωγίες, δεν περιορίζεται στην αρχαιότητα, αλλά προχωρεί να ερμηνέψει, πάντα με διεισδυτικότητα, ευαισθησία κι εκφραστική άνεση που τον διακρίνουν, αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και νεοέλληνες ποιητές. Το εναρκτήριο μάθημά του, 2 χρόνια αργότερα, είχε το θέμα «Φιλολογία Και Ζωή» (1931). “Πόσον είναι εύμορφον να την ζη κανείς και να μελετά ταυτοχρόνως την ζωήν” είχε γράψει ήδη το 1924. Την ίδια εποχή, σε ιδιωτικό του γράμμα, είχε ξεκαθαρίσει και τις απόψεις του στο γλωσσικό. Με αφορμή μιαν έμμεση επαφή του με τον Εκπαιδευτικό Όμιλο, γράφει:

“…Τώρα, αν είναι οπισθοδρομικότης το να είναι κανείς καθαρευουσιάνος ή όχι, άλλο ζήτημα, που δεν ημπορώ να σου αποδείξω. ‘Αλλωστε την καθαρεύουσαν δεν χρησιμοποιώ παρά μόνον εις την επιστήμην και δεν θέλω να έχω την ψευδή παράστασιν ότι είμαι νεωτεριστής, κόπτων τα -ν- και τα αρχικά φωνήεντα για να με καταλαβαίνει ο λαός”.

Στάθηκε σε απόσταση από την ιδεολογία του δημοτικισμού χωρίς, φυσικά, να την αποκλείει. Καθαρευουσιάνος ή όχι, ήτανε βαθύτατα προοδευτικός, φανατικός βενιζελικός κι είχε κιόλας το 1923 στη Κύπρο φροντίσει να ενημερωθεί για το σοσιαλιστικό κίνημα, που αναπτυσσόταν. Παραγγέλλει να του στείλουν από την Αθήνα πλήθος φιλολογικά βιβλία, αλλά και το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, το “Σοσιαλισμό” του Richard, το “Η Γυνή Κι Ο Κοινωνισμός” του Βebel κι άλλα ανάλογα:

“…εμπρός να σε ιδώ να μου στείλεις ολόκληρον βιβλιοθήκην σοσιαλιστού”.

Παράλληλα με τις παραδόσεις μαθημάτων εκεί, τις δημοφιλείς διαλέξεις και τα σεμινάρια σε ποικίλα θέματα, όχι μόνο κλασικής, αλλά νεοελληνικής και σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, συνέχισε το επιστημονικό του έργο. Δίδαξεν επίσης στη Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών, την Σχολή Κοινωνικής Προνοίας και το 1936 στο Ασκραίον το οποίο ήταν μια ανωτέρα σχολή λογοτεχνικής μόρφωσης με πρόεδρο τον Παλαμά κι αντιπροέδρους τον Ξενόπουλο και Ν. Λούβαρη. Ανέλαβε πρωτοβουλία για οργάνωση της Ελληνικής Βιβλιοθήκης Ακαδημίας Αθηνών, που περιλάμβανε σχολιασμένες και μεταφρασμένες εκδόσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Το 1933 του προτάθηκε η έδρα της κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Πράγας, αλλά δε δέχτηκε τη θέση, αντίθετα, θέτει υποψηφιότητα για τη χηρεύουσα έδρα Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φυσικά αποτυγχάνει. Το 1934 εξέδωσε υποδειγματικά τον πρώτο τόμο της σειράς, το “Συμπόσιο” του Πλάτωνα, κι άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση της “Ποιητικής” του Αριστοτέλη (που εκδόθηκε το 1937 μετά τον θάνατό του). Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τeubner μια σειρά από έργα του Δημοσθένη, όσα είχε προλάβει να επεξεργαστεί.

Δημοσίευσε πλήθος μελετών για ποικίλα θέματα. Εκτός από μελέτες κι εκδόσεις κλασικής φιλολογίας, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με θέματα βυζαντινής φιλολογίας. Το διδακτορικό που ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε θέμα βυζαντινής φιλολογίας (Μιχαήλ Ψελλού, “Βίος & Πολιτεία Του Οσίου Αυξεντίου Κατά Πρώτον Εκδιδόμενος”) και μία απ’ τις σημαντικότερες μελέτες του ήταν η ανακοίνωσή του για τα προβλήματα της βυζαντινής επιστολογραφίας. Ασχολήθηκε ιδιαιτέρως και με θέματα λογοτεχνίας (όπως τα άρθρα του “Γραμματολογία” και “Κριτική”, που συνέταξε για τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια) κι ειδικότερα νεοελληνικής φιλολογίας, στην οποία η συμβολή του ήταν πολύ σημαντική τόσο με μελέτες, όπως η ερμηνεία του “Δωδεκάλογου Του Γύφτου” του Παλαμά ή το άρθρο για τις κριτικές εκδόσεις νεοελληνικών κειμένων, όσο και με θεωρητικά κείμενα για την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, την οποία θεωρούσε αναγκαία για την κατανόηση της κλασικής γραμματείας. Είχε μάλιστα προτείνει το 1932 ίδρυση αυτόνομης έδρας Νεοελληνικής Φιλολογίας (η οποία ως τότε ήταν ενιαία με την έδρα Μεσαιωνικής Φιλολογίας).

Το 1936 υπέβαλε για 2η φορά υποψηφιότητα για την έδρα καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή. Στάθηκε μακριά από το κατεστημένο του Πανεπιστημίου γιατί πίστευε ακράδαντα στη σύνδεση της φιλολογίας με την κοινωνία. Κάτι που ο ακαδημαϊκός κύκλος αρνιόταν πεισματικά. Το συμπλεγματικό, μικρόψυχο και ζηλότυπο ακαδημαϊκό περιβάλλον δεν τον αποδεχόταν. Ο ασήμαντος καθηγητάκος που 'λυνε κι έδενε στη Φιλοσοφική Σχολή ονόματι Εξαρχόπουλος δε ντράπηκε να του πει θρασύτατα και κατάμουτρα, ενώπιον της συγκλήτου:

“Γνωρίζομεν ότι είσθε ο κράτιστος των φιλολόγων τους οποίους παρήγαγεν η Ελλάς μετά τον Κοραή, αλλά δε θα γίνετε καθηγητής διότι δεν είσθε ιδικός μας”!

Από κείνη τη χρονιά και με αφορμή το κεφάλαιο της εισαγωγής του “Συμποσίου” που αναφερόταν στις γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα κι ειδικότερα στη παιδεραστία, άρχισε να δέχεται πολλές επιθέσεις από ακαδημαϊκούς κι εξωακαδημαϊκούς κύκλους, αρχικά από την εφημερίδα Επιστημονική Ηχώ και στη συνέχεια από διάφορους συλλόγους κι από την Ιερά Σύνοδο. Για το ίδιο θέμα κατατέθηκαν εναντίον του 2 μηνύσεις. Τόσο πλούσια κι αξιοζήλευτη επιστημονική παραγωγή, τόση επιτυχία στις ακαδημαϊκές παραδόσεις, τόση ακτινοβολία στην πνευματική ζωή της Αθήνας, τόσο φως, δεν μπορούσαν παρά να προκαλέσουν το φθόνο. Φοβισμένοι οι αντιδραστικοί πανεπιστημιακοί κύκλοι, πως θα χάσουν οριστικά το παιχνίδι, θορυβημένοι οι ανάξιοι κι οι υποκριτές, πανικόβλητα τα σκοταδιστικά κυκλώματα ενώθηκαν σε μέτωπο και εξαπόλυσαν την επίθεσή τους. Με αφορμή κάποιες προχωρημένες σκέψεις του, καταχωρημένες στα προλεγόμενα και τα σχόλια του “Συμποσίου”, ακόνισαν τη γλώσσα και τις πένες τους, κίνησαν τον κίτρινο τύπο, επιστράτεψαν ακόμα και το πεζοδρόμιο, για να δυσφημίσουν ό,τι καλύτερο είχε τα χρόνια εκείνα να επιδείξει η ελληνική διανόηση, τον φιλόλογο που υποσχόταν να φανεί αντάξιος του Α. Κοραή. Ακόμη κι η Εκκλησία τον έβαλε στο στόχαστρο της. Απομόνωσε φράσεις από το κείμενό του παρασιωπώντας δολίως τα συμφραζόμενα και παρερμήνευσε (η Εκκλησία) σκόπιμα τις προθέσεις του συγγραφέα ώστε να τον εκθέσει ανεπανόρθωτα στο θρησκευόμενο (!) κοινό.

Δεν αξίζει ούτε τα ονόματα ούτε τα επιχειρήματά τους να μνημονευτούν, μιας κι η φύση τους, τα κίνητρα κι η μέθοδός τους είναι γνωστά και δεν ήταν τότε η μόνη φορά που επιδίωξαν και κατάφεραν να σκοτώσουν μιαν ελληνική ελπίδα. Δεν ήταν μεγάλος φιλόλογος με τα τότε ή τα τωρινά ελληνικά πανεπιστημιακά μέτρα. Ήτανε λαμπρός επιστήμονας μ’ ευρωπαϊκή και κυρίως γερμανική αναγνώριση. Ελαμπε -παρά το νεαρό της ηλικίας- δίπλα στα μεγάλα ονόματα των Ευρωπαίων Ελληνιστών. Το τι στερήθηκαν οι κλασικές, βυζαντινές και νεοελληνικές σπουδές με τον πρόωρο θάνατό του μόνο να το εικάσουμε μπορούμε. Κι αυτό γιατί δεν έχουμε μια συνολική εκτίμηση της προσφοράς του στα γράμματά μας. Δεν υπάρχει καν μια έκδοση των “Απάντων” του.

Το καλοκαίρι του 1937 ταξιδεύει με μιαν ομάδα φοιτητών του στη Γερμανία. Γυρίζει απογοητευμένος. Τι και πόσα είδε στη ναζιστική Γερμανία μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο, πάντως είδε με τα μάτια του τη κατάρρευση του γερμανικού ιδεώδους με το οποίο είχε γαλουχηθεί. Σ’ όλες αυτές τις απογοητεύσεις προστέθηκε και μια συναισθηματική -όλα είναι ανθρώπινα!- γνωστή στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. ‘Αλλη μια αιτία λοιδορίας από τους εχθρούς του γιατί έτυχε να ‘ναι… έγγαμος. Ο Ιωάννης Συκουτρής πέρασε σαν αστροβολίδα από τη φιλολογική επιστήμη και την ακαδημαϊκή έδρα και χάθηκε. Η απώλεια ήταν τεράστια, τόσο για τα ελληνικά γράμματα όσο και για τη πανεπιστημιακή διδασκαλία, όταν ανέβηκε στην Ακροκόρινθο να προετοιμαστεί κι έδωσε τέλος στη ζωή του.

Πληγωμένος βαθιά και μη μπορώντας να καταλάβει πώς και γιατί ο αγώνας του για το Καλό ξεσήκωσε γύρω του τόσο μεγάλη κι άδικη κατακραυγή, πως η αγάπη του προκάλεσε το μίσος, προτίμησε να πεθάνει. Αυτοκτόνησε 21 Σεπτέμβρη 1937, σ’ ηλικία 36 μόλις ετών. Πραγματοποίησε με τον πιο ρωμαλέο τρόπο την άποψη του ότι “η ζωή είναι ένταση κι όχι έκταση”. Κρίμα, γιατί χάθηκε ένας εκλεκτός άνθρωπος, ο πλέον έξοχος φιλόλογος που, αν ζούσε θα μας παρέδιδε μέγα και πολύτιμο έργο. Οι στίχοι του Σικελιανού δίνουν φωνή σε κείνους που ορφάνεψαν με τον θάνατό του, που ένιωσαν το μέγεθος της απώλειας, και τον θρήνησαν.

Στο μυστικόν ανήφορο, τον ύστερο που πήρες,
ψηλά στον Ακροκόρινθο, να ξάστραψαν μπροστά Σου,
ως την κορφή της ‘Ασκησης, σα νάταν μια, τρεις Μοίρες;
Α, πως εχτύπα δυνατά, την ώρ’ αυτή, η καρδιά Σου!
Κάτου στον κάμπο, ταπεινές φωνές, πικρές και στείρες,
στη χλαλοή τους έσμιγαν, ανόσια, τ’ όνομά Σου.
Απάνω κει, σα ν’ άνοιγαν οι αιώνιες του Πηγάσου
φτερούγες, του άνεμου γλυκά πώς έπαιζαν οι λύρες!
Κι α, πώς θα νάταν δυνατό, σα γύριζες και πάλι
στον όχλο, για την άνιση που Σε καρτέραε πάλη,
όλο Σου το αίμα μονομιά ξοπίσω να μη φύγει,
με την ιερή που στόθρεψε πλατωνική μανία,
βαθιά, προς την απόκρυφη του Ηράκλειτου Αρμονία
που, πάνω κι απ’ το θάνατο, την αφουγκρώνται οι Λίγοι;

Το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού του έργου είναι κατεσπαρμένο σ’ ελληνικά και ξένα περιοδικά. Το συγγραφικό του έργο υπήρξε ογκώδες, αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι έφυγε από τη ζωή μόλις 36 ετών. Αυτοτελώς εξέδωσε:

Κυπριακά Χρονικά, 1924. Περιοδικό.
Ασχολήθηκε και έγραψε πολλές μελέτες σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο της επιστήμης γενικά. Προς τούτο μετέφρασε (πρώτος στην Ελλάδα) το κλασσικό έργο του Μax Weber “Η Επιστήμη Ως Επάγγελμα”.
“Εμείς Οι Αρχαίοι” 1928 (Μετέφρασε το κλασσικό έργο του Ζielinski και το συμπλήρωσε με βαθυστόχαστα επιλεγόμενα, αποδεικνύοντας ότι η εθνική συνείδηση των Ελλήνων αναπτύχθηκε μετά τη δημιουργία του εθνικού κράτους).
“Φιλοσοφία & Ζωή”, 1931. Εναρκτήρια ομιλία.
“Η Διδασκαλία Της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας” 1932,
“Αρχαίος & Νεότερος Λυρισμός” 1932,
“Πλατωνικός Ευαγγελισμός” 1932
Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών: (αντί χειρογράφου), 13 Δεκέμβρη 1933
“Δημοσθένους Λόγοι”. Μετάφραση στα Γερμανικά.
“Πλάτωνος Συμπόσιον” κείμενον, μετάφρασις κι ερμηνεία, Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1934
“Αριστοτέλους Περί Ποιητικής”. Μετάφραση υπό Σίμου Μενάρδου. Εισαγωγή, κείμενο κι ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή. Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1937.
(Τα 2 τελευταία είναι τα έργα με τα οποία εγκαινιάσθηκε η Ελληνική Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών).
Το 1956 κυκλοφόρησε ένας τόμος με ελληνόγλωσσα κείμενά του, “Μελέται & ‘Αρθρα” κι επανεκδόθηκε το 1982 από το Ίδρυμα Σχολής Μωραϊτη. Επίσης πρόσφατα εκδόθηκε από το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας ο 1ος τόμος των γερμανόγλωσσων μελετών του, μεταφρασμένες από τους Δ. Ιακώβ κι Α. Ρεγκάκο, ενώ αναμένεται να εκδοθεί σύντομα κι ο 2ος τόμος, σε μετάφραση του Η. Τσιριγκάκη.


Σκόρπια και δυσεύρετα κάποτε κείμενα, που κανονικά θα ‘πρεπε να ‘ναι προσιτά στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Επιπλέον λείπει η κριτική βιογραφία του ανδρός. Θεωρείται ένας από τους ικανότερους κριτικούς κι ερμηνευτές αρχαίων φιλολογικών κειμένων. Κριτική έρευνα έκανε και σε βυζαντινά και νεότερα φιλολογικά κείμενα. Μέσα από τη διδασκαλία του πρόβαλε την πατριδολατρεία, την αγωνιστικότητα και τη πειθαρχημένη ελευθερία έναντι στις υλιστικές θεωρίες, τον παθητικό τρόπο ζωής και την ανευθυνότητα. Μες από τη ζωή και το έργο του διαφαίνεται η πίστη του στην αριστοκρατία του πνεύματος, στον ελληνισμό, στη προσωπική τιμή και στον ηρωισμό.
Οσο ζούσε όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητος, αλλά το αντίθετο· εκτιμήθηκε ακόμη και στον ελληνικό χώρο και καταπολεμήθηκε λυσσαλέα από το πανεπιστημιακό περιβάλλον των Αθηνών. Ο πόλεμος εναντίον του από μια ορισμένη ομάδα στο πανεπιστήμιο κι έξω απ’ αυτό ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της βιολογικής του παρουσίας. Οι αντίθετες απόψεις, γιατί εκφράστηκαν και τέτοιες, ήταν λίγες κι αναποτελεσματικές. Πεδίο μάχης η ερμηνεία του “Συμποσίου”. Η λιβελογραφία εναντίον του ξεκίνησε και κράτησε στο τέλος από το περιοδικό Επιστημονική Ηχώ αλλ’ ενισχυόταν κι από προφορική φημολογία. Δεν είναι σίγουρο αν τους πολεμίους του ενόχλησαν τα σχόλια στο “Συμπόσιο” ή η υποψηφιότητά του για τη καθηγητική έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που διεκδικούσαν κι άλλοι.

Φιλοσοφία Της Ζωής

Στο βιβλίο αυτό του Ι. Συκουτρή, περι­έχονται 3 κεφάλαια βασισμένα σ’ αντίστοιχα μαθήματά του προς την Ελευθέρα Σχολή Κοινωνικής Προνοίας. “Το Νόημα Της Ζωής”, “Περί Του Προβλήματος Της Ευτυχίας”, “Τύποι Αντιλήψεως Της Ζωής”. Σ’ αυτό το τελευταίο, ανα­φέρεται σ’ έξι περιπτώσεις αντιλήψεως της ζωής, που αντιστοιχούν σ’ έξι ιδεατούς ανθρώπινους τύπους. Έτσι, αφού περιγράψει τη θρησκευτική, τη μηδενιστική, την ευδαιμονιστική, την ανθρωπιστική αντίληψη της ζωής και την αντίληψη του αντικειμενικού έργου, θα καταλήξει αναφερόμενος στην ηρωική αντίληψη της ζωής. Αυτό το τελευταίο, υπέροχο κείμενο παρατίθεται εδώ.

Η Ηρωική Αντίληψις Της Ζωής

Η ηρωική αντίληψις της Ζωής αναχωρεί από την αρχήν, ότι η Ζωή είν’ ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας. Επομένως και ο άνθρωπος, κάθε γενεάς, αποτελεί μίαν συνεχή  μ ε τ ά β α σ ι ν  προς κάτι άλλο, προς κάτι ανώτερον. Όχι προς ένα διαφορετικόν είδος οργανικού όντος (τον υπεράνθρωπον π.χ. του Nietzsche), αλλά προς το να γίνη φορεύς μιας ανωτέρας, δηλαδή εντονωτέρας και πλουσιωτέρας μορφής της Ζωής. Έτσι κάθε άνθρωπος αξιόλο­γος είν’ ένας  πρόδρομος,  που αντλεί το νόημα της υπάρ­ξεώς του όχι από το παρελθόν ούτ’ από το παρόν, αλλ’ από το μέλλον και μόνον. Το παρελθόν ως παρελθόν το αγνοεί, προς το παρόν ευρίσκεται εις πόλεμον συνεχή. Όχι μόνον προς εκείνο το παρόν, το οποίον δεν είν’ εις την ουσίαν του παρά επιβίωσις του παρελθόντος, ή μάλλον διατήρησις του σώματος αυτού οφειλομέν’ εις την δειλίαν ή την νωθρότητα των συγχρόνων ανθ­ρώπων· ο ηρωικός άνθρωπος μάχεται και προς το γνήσιον πα­ρόν, το παρόν που ζη γύρω του και ζη μέσα του.

Και εδώ ακριβώς κείται η  τ ρ α γ ι κ ό τ η ς  του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα· μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν – και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρη­σιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί. Έτσι τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτόν του, εκλέγων ούτως ειπείν το επικινδυνότερον σημείον, μέσα εις την ορμήν και την οργήν παντοδαπών συγκρούσεων.  Συγκρούσεων προς τούς συγχρόνους του, οι οποίοι τον μισούν, διότι μισούν το μέλλον εις το πρόσωπόν του. Συγ­κρούσεων προς τον ίδιον τον εαυτόν του, μιας πάλης μεταξύ της πραγματικότητάς του, που ανήκει εις το παρόν, και των δυ­νατοτήτων του, που ανήκουν εις το μέλλον, που ε ί ν α ι το μέλλον, που θα τας πολεμήση και πάλιν εν ονόματι άλλων δυνα­τοτήτων από την στιγμήν που θα γίνουν πραγματικότης.
 

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη  τ α υ τ ο χ ρ ό ν ω ς  ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισ­σότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.
Αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς – περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματ’ άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου.

Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλ­λά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η  α ι σ θ η τ ι κ ή,  θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι  π ρ ο ν ό μ ι ο ν  των εκλε­κτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται  υ π έ ρ  των άλλων,  υ π ό  των άλλων – το πολυτιμότερον προνό­μιον! 

Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν’ ο καρπός – αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, διά ν’ αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται διά να εορτασθή η  α ν ά σ τ α σ ι ς,  και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει. Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδε­μή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον όχι μορφή ζωής -και τι ζωής! 

Ο ηρωικός άνθρωπος και μόνος αυ­τός ζη  έ ν τ ο να  και  π λ ο ύ σ ι α  ολόκληρον την ζωήν. Αλ­λά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοού­μεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βά­θος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση – και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να  δ ί δ η ς.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην  π ο λ υ μ ε ­ρ ή ς,  τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκεί­νοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του.  Μ έ σ α  τ ο υ  ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του και τας αποδίδει με τον  προσωπικόν  του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβε­ται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.

Αλλ’ η πολυμέρεια αυτή δεν σημαίνει και  δ ι ά σ π α σ ι ν,  απώλειαν έρματος ατομικού, διάχυσιν και θόλωμα του πυρήνας της προσωπικότητας – αυτό συμβαίνει στους πολλούς, όταν ποτέ θελήσουν να είναι πολυμερείς. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον η πολυμέρεια δεν αίρει τη συγκέντρωση· τη καθιστά ισχυρο­τέρα, την  α π ο δ ε ι κ ν ύ ε ι  ισχυροτέραν. Δεν θα ήτον ηρωικός άνθρωπος, αν δεν ήτο μία δυνατή προσωπικότης, και δυνατή προσωπικότης σημαίνει ισχυρόν κεντρικόν εγώ, που να συγκρατή τας ψυχικάς περιπετείας και τα εξωτερικά περι­στατικά, τα πετάγματα και τα ενδιαφέροντα εις μίαν σφικτο­δεμένην ενότητα όχι μόνον χρονικής διαδοχής, αλλά συνο­χής λογικής, αναγκαιότητος ηθικής.
 

Η πολυμέρεια του ηρωικού ανθρώπου παρέχει πολλάκις την εντύπωσιν  αντιφατικότητος.  Είναι τόσον πλουσία η προσωπικότης του, ώστε το καθένα της μέρος, η καθεμία της πλευρά, θα ημπορούσε ν’ αποτελή (και αποτελεί διά τους πολ­λούς) έναν αυτόνομον κόσμον, διαφορετικόν από τον κόσμον που θα ημπορούσε ν’ αποδώση μία άλλη πλευρά του. Είναι λοι­πόν ν’ άπορής πώς οι πολλοί τας ευρίσκουν ασυμβιβάστους; Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα – και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατι­κότητα. Ειδεμή, τί θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ’ ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων.

Πράγματι ο  π ό λ ε μ ο ς  κι ο  κ ί ν δ υ ν ο ς  είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η  ε π ι τ υ χ ί α.  Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη – να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των τριακοσίων εις τας Θερμοπύλας…

Άλλωστε γενικώς η επιτυχία είναι διά τον ηρωικόν άνθρω­πον μία λέξις, μία πραγματικότης ίσως -όχι  α ξ ί α.  Δεν την ξέρει, ούτε τον ξέρει εκείνη. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις τον εαυτόν του, θα ήτο δι’ αυτό απογοητευμένος. Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτο απαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, κι εκείνος έχει  μ έ σ α  τ ο υ  τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ ή ζωή του ούτ’ η ευτυχία του. Και τί μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;

Έπειτα η επιτυχία σημαίνει φρόνησιν, και η φρόνησις είναι προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα,  κ α τ α β ι­ β α σ μ ό ς  δηλαδή και ολιγάρκειά της, διά να συμμορφωθή προς την καθημερινότητα του εξωτερικού κόσμου. Ενώ η σοφία και η αποστολή του ηρωικού είναι ν’  α ν α β ι β ά σ η  τα πράγματα προς την ψυχήν του, να τα γεμίση με νόημα τόσον, ώστε να γίνουν αντάξιά του. Δι’ αυτό παρέχει την εντύπωσιν άφρονος κι  ε ί ν α ι  άφρων. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα.

Ο ηρωικός άνθρω­πος είν’ ο αιωνίως νέος – τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυ­χα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βα­δίζει· χορεύει. Αυτός είν’ ο λόγος που θεωρείται και είναι άνθρωπος  α β ο ή θ η τ ο ς  εις την συνήθη πρακτικήν ζωήν. Και ένας άλλος λόγος: δεν έχει τη φρόνησιν να  δ υ σ π ι σ τ ή  προς τους γύ­ρω του. Να δυσπιστή προς τί; Διά ν’ αποφύγη κινδύνους; Μα αυτούς είναι ακριβώς, που αναζητεί η ψυχή του. Τούς αναλαμβάνει όχι από επαγγελματικήν συνήθειαν η από βιοπορι­στικόν καταναγκασμόν -οι ακροβάται και οι θηριοδαμασταί θα ήσαν τότε οι ηρωικώτεροι των ανθρώπων- αλλ’ ως εσωτερικήν προσταγήν της μοίρας του, ως το ιερώτερον δικαίωμα που τού δημιουργεί η υπεροχή του. Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν· περιγράφουν τας επιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.
 

Άλλωστε προς τί να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεν­τρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τους άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Απασχολούνται κατ’ ανάγκην, αφού δεν είναι τόσον πλούσιον το εγώ των, ώστε να τούς απασχολή εκείνο έντονα και ικανοποιητι­κά. Ο ηρωικός όμως αποτελεί ο ίδιος  κ έ ν τ ρ ο ν  τ ο υ  ε α υ ­τ ο ύ  τ ο υ,  ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μο­ναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παρα­βγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η  υ π ε ρ η φ ά ν ­ε ι α  του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις τον τρόπον που δι­εξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος ξέρει τι τού εστοίχισεν ως που να κατα­λήξη εις αυτάς, τι  τ ό λ μ η  εχρειάσθη – sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής – τι εσωτερικήν  ω ρ ί μ α ν σ ι ν  προϋποθέτει. Έτσι, ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ’ επιταγήν ή ως προϊόν μιας συντόμου συζητήσεως.

Διά ν’ αποκτήση μήπως  ο π α δ ο ύ ς;  Είν’ αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν προπαγάνδαν διά τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ’ εκείνος γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμε­νον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ’ η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει. Όχι το  τ ι  πιστεύεις, αλλά το  π ώ ς  πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς πεποιθήσεις σού ρυθμίζει κατά βάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου είναι κάτι απολύτως προσωπι­κόν· δεν ημπορείς μήτε να το δανεισθής, μήτε να το δανείσης. Έπειτα τι σημαίνει διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο αριθμός; Εκείνος θέλει, και ως πνευματικός άνθρωπος ακόμη, να εργάζεται, όχι να συνεργάζεται· είναι ανδρικώτερον…

Έτσι κι όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη όποιος είναι. Και ακρι­βώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.

Κι όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέν­τρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρί­σκοντ’ αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι. Έ­τσι κι ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση -όχι ν’ ανακοινώση·  ν α  τ ρ α γ ο υ δ ή σ η  μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του- να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι  ν α   δ α π α ν ά,  ακριβέστε­ρον ακόμη:  ν α   δ α π α ν ά τ α ι.  Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά… Όσα και να σκορπίση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι. Εκ του περισσεύματος αντλεί κι η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; 

Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Κι ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον. Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως  κ τ ή μ α τ α,  αλλ’ ως  χ ρ ή μ α τ α  (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι·  γ ί ν ο ν τ α ι  αγαθά, αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται. Εις την εργασίαν  καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προ­θυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.

Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον – η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει – ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δί­δει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύ­λασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν. Κι είναι φυσικόν· αφού διατηρεί ζωντανά και καθαρά τα χαρίσματα του γνησίου αριστοκράτου: την μοναξιά του, το αίσθημα της ανεπιμειξίας, το θάρρος και την ικανότητα προς πε­ριφρόνησιν, τας μακροχρονίους αφοσιώσεις, την αρχοντικήν μεγαλοδωρίαν. Προ παντός το αίσθημα της προσωπικής τιμής, ενώπιον της οποίας όλα τ’ άλλα, πλούτος και μόρφωσις, εξουσία και υγεία, είν’ ένα μηδέν.
 

Η ζωή ενός ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι  σύντομος. Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν· ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά χρό­νια, αλλά πάντα θα είν’ ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του. Άλλωστ’ η ηλικία είναι κάτι σχετικόν· δεν μετρείται πάντως με την διάρκειαν, με το περιεχόμενόν της μετρείται. Είν’ έννοια ηθική, όχι αστρονομική. Συνήθως όμως είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου. Σύντομος διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ε ρ α σ ι θ ά ν α τ ο ς.
Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν  υ φ ί σ τ α τ α ι  τον θάνατον. Δι’ αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι  π ά σ χ ε ι ν,  είναι  π ρ ά τ τ ε ι ν.  Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν’ η αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις. Αλλ’ ο πληθωρισμός της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν’ εκμηδένισις πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης – παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος, κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορ­φυράν του μεγαλοπρέπειαν.

Αν θα είν’ εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημα­σίαν. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο θάνατος είναι πάντοτ’  ε ­κ ο ύ σ ι ο ς,  αφού ο δρόμος, που συνειδητά εδιάλεξε και βαδί­ζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε δια­λέγει συνήθως ο ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του απόλυτον είναι: Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου· το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη – διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.

Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δο­χείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει – και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου…

Πηγή: Περί γραφής

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΕΟΡΤΑΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ 1Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μέγα λάθος των αγωνιστών της ΕΟΚΑ να αποδεχτούν την μετάθεση του εορτασμού της 1ης Απριλίου, στις 28 Μαρτίου. Διαπιστώνουμε μετά λύπης μας την συνεργασία των αγωνιστών με το πολιτικό κατεστημένο. Είναι μία συνεργασία που εγκαινιάσθηκε από το 1960 με την αποδοχή της Ζυρίχης και παρατείνεται μέχρι σήμερα. Μία συνεργασία που σηματοδοτείται με πολλές σιωπές, πολλές συναινέσεις, χειροκροτήματα, οπισθοχωρήσεις, εγκαταλείψεις αξιών και εν γένει την απάρνηση του ιερού σκοπού για τον οποίο εσείς οι αγωνιστές πολεμήσατε, του σκοπού της Ενώσεως με την μητέρα Ελλάδα. Αλλάξατε σήμερα, χάριν μιας κοινής «διευκόλυνσης» την ημερομηνία του εορτασμού της επανάστασης της ΕΟΚΑ με τον ίδιο τρόπο που πολλοί από εσάς αλλάξατε πορεία και προδώσατε τον σκοπό και τον όρκο της ΕΟΚΑ.

Εάν το άθλιο πολιτικό κατεστημένο βρίσκεται τώρα προ του αίσχους του πάρε-δώσε που θα αμαυρώσει για πάντα την τωρινή γενιά των Ελλήνων, ευθύνεστε κατά μεγάλο μέρος και εσείς οι ζώντες αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Υποκλιθήκατε δουλικά στο κατεστημένο της ντροπής και της υποχώρησης και αφήσατε την νέα γενιά ακαθοδήγητη, εγκαταλελειμμένη, να παραπαίει στο βούρκο της ηττοπάθειας που καλλιέργησαν οι κρατούντες.  Ξεκινήσατε τον αγώνα σας τότε για ελευθερία και ένωση και σήμερα σείετε τα λάβαρα της ομοσπονδίας.

Είμαστε μια γενιά που προδοθήκαμε από τους ίδιους τους πατέρες μας. Η διαπίστωση τούτη μας γεμίζει αγανάκτηση και θλίψη μα συνάμα οργή και ατσάλινη αποφασιστικότητα. Αν εσείς σταθήκατε ανάξιοι να συνεχίσετε το έργο των ηρώων, εμείς δεν θα ακολουθήσουμε τον δρόμο σας. Ορθώνουμε τα μαυροκόκκινα λάβαρα ενάντια στην υποταγή, ενάντια στην κατοχή της πατρίδος μας.
Ξέρουμε πως θα μας πολεμήσετε, θα μας διαβάλετε από καθ’ έδρας όμως το μέλλον αυτής της πατρίδος ανήκει στην νέα γενιά που τολμά να δει τα πράγματα ως έχουν και να ακολουθήσει τον δρόμο που υπαγορεύει η Ελληνική μας συνείδηση και όχι τα μικρόψυχα, μικροπολιτικά και μικροανθρώπινα συμφέροντα.

Οι ήρωες της ΕΟΚΑ που πότισαν με το αίμα τους την γη μας, μας δείχνουν τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος.

ΖΗΤΩ Η 1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΖΗΤΩ Η ΕΟΚΑ

ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ
ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ = ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΔΥΟ ΛΑΩΝ

Έχει επικρατήσει στη συνείδηση του λαού η ιδέα πως θα αποφασίσει αυτός για τη λύση που του ετοιμάζουν, αν θα την αποδεχτεί ή όχι. Κάτω από τον ίσκιο αυτής της πλάνης ο λαός επαναπαύεται  Ακόμα και αυτοί που καταφέρονται εναντίον της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας,  είναι ήσυχοι στο βάθος της συνείδησης τους πως στο τέλος ο λαός θα πει ΟΧΙ σε όλα αυτά τα σχέδια και έτσι δεν θα μπορέσουν να περάσουν. Κάνουν λάθος, μεγάλο λάθος. Διότι η παγίδα κρύβεται στη διαδικασία που θα οδηγήσει προς την αποδοχή ή όχι της όποιας λύσης. Και η διαδικασία αυτή περνά μέσα από το ΔΙΠΛΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ. 

Εδώ βρίσκεται η παγίδα, έλληνες αδελφοί. Σε μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης της οποίας ο λαός, ο κυπριακός λαός, που αποτελείται κατά διεθνή αποδοχή, από ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, θα χωριστεί ξαφνικά σε ΔΥΟ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ τα οποία σώματα θα ψηφίσουν εάν αποδέχονται ή όχι ένα σύνταγμα. Ανεξάρτητα λοιπόν από την απάντηση που θα δώσουν αυτά τα δύο εκλογικά σώματα την ίδια στιγμή θα κατοχυρωθεί ο διαχωρισμός του «κυπριακού λαού» σε ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ.

Το σύνταγμα της κυπριακής δημοκρατίας,  μας έχει επιβληθεί εκ των άνω  όμως δεν προέκυψε μέσα από δύο εκλογικά σώματα  Για αυτό το λόγο η κρίση του 1963 δεν συνεπαγόταν την κατάλυση της κυπριακής δημοκρατίας. Στη περίπτωση όμως που το σύνταγμα θα προέρχεται από δύο εκλογικά σώματα, τότε σε συνθήκες κρίσης δεν θα μπορεί να έχει ισχύ το σύνταγμα με την απόσχιση του ενός  διότι θα είναι γέννημα διπλής λαϊκής βούλησης. Συνεπώς το σύνταγμα αυτό θα καταρρεύσει και ο ελληνισμός της Κύπρου θα βρεθεί μετέωρος,  χωρίς κρατική υπόσταση, χωρίς στρατό, εγκαταλελειμμένος σε μια «συνιστώσα επαρχία» στην οποία θα δρουν ανεμπόδιστα τα τουρκικά πλήθη που θα έχουν συρρεύσει από πριν εκ Τουρκίας.

Έλληνες, τότε θα ζήσετε αυτά που έζησαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και της Ιωνίας, της Ίμβρου και της Τενέδου και όσοι διασωθείτε θα διηγείστε τα παθήματα σας στη ξενιτιά  και θα κλαίτε.

Ξυπνάτε επιτέλους από το λήθαργο σας. Αντισταθείτε στην υποχώρηση και τη παράδοση της Κύπρου στους τούρκους.

Πείτε τουλάχιστον ΟΧΙ ΣΤΟ ΔΙΠΛΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ. Αυτό και μόνο θα είναι μεγάλη προσφορά στη πατρίδα. Αν είστε ανίκανοι να διεκδικήσετε περισσότερα από αυτούς που διαφεντεύουν  τη τιμή και το μέλλον σας,  τουλάχιστον φωνάξτε τους:

ΕΝΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΝΙΑΙΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ.


ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ
ΤΟΜΕΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ