Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Έλληνας πάλι θα ήθελα να ξαναγεννηθώ, αλλά την εποχή των Δωριέων και των Ιώνων, παρακαλώ

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Έλληνας πάλι θα ήθελα να ξαναγεννηθώ, αλλά την εποχή των Δωριέων και των Ιώνων, παρακαλώ

Γνωριμία με τα Ελληνόφωνα χωριά της  κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Οδοιπορικό στην Σικελία του συγγραφέα Όμηρου Μαυρίδη.

Ήμουν φοιτητής τότε, όταν αρχές του 1960 που επισκέφτηκα για πρώτη φορά τη Σικελία. Με τα λίγα χρήματα που διέθετα δεν μπόρεσα να επισκεφτώ και να γνωρίσω από κοντά όλα τα μεγαλουργήματα της Μεγάλης Ελλάδας, παρά μόνο τον Ακράγαντα και τις Συρακούσες.


Τον Οκτώβριο του 2008 πήρα την απόφαση να ταξιδέψω οδικώς από την Αλεξανδρούπολη στην κάτω Ιταλία και Σικελία, παρέα με τη σύζυγό μου και ένα φιλικό μας ζευγάρι. Διασχίζοντας ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, φθάσαμε στην Ηγουμενίτσα, όπου πήραμε το νυχτερινό φέριμποτ για το Μπάρι. Επιθυμία όλων μας ήταν να επισκεφτούμε τα κυριότερα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας στην Κάτω Ιταλία, τα αφήσαμε όμως για τον γυρισμό, όπου θα είχαμε περισσότερο χρόνο. Προορισμός μας ήταν η Κεφαλού στο μέσον της βόρειας ακτής της Σικελίας. Μόνο στον Κρότωνα επισκεφτήκαμε την παλιά πόλη και το ακρωτήρι με το ιερό της Ήρας, που με την μοναδική όρθια κολώνα του θυμίζει το ομώνυμο Ηραίο της Σάμου, με τη διαφορά ότι οι ραβδώσεις του κίονα εδώ είναι ελικοειδείς. Το μουσείο του ακρωτηρίου βρίθει από ελληνικό πνεύμα και πολιτισμό κι ας είναι πετρωμένα.

Ο παραλιακός δρόμος από τον Κρότωνα έως το Ρήγιο είναι σκέτη απόλαυση. Αριστερά εκτείνεται το Ιόνιο, φέρνοντας στα ρουθούνια σου τον ούριο πατρικό άνεμο της Ελλάδας, θαρρείς και είχε το αυτοκίνητο πανιά, για να το σπρώξει περισσότερο νότια, ενώ τα μάτια δε χόρταιναν να βλέπουν πόλεις και χωριά χτισμένα σαν αετοφωλιές πάνω στις κορυφές των βουνών της Καλαβρίας, που δεν έπαυαν να σε καλούν ελληνιστί για να σε φιλοξενήσουν. Κρίμα που δεν έχει ο Έλληνας τρεις και τέσσερις ζωές, για να τα επισκεφτεί ή καλλίτερα να ζήσει στο καθένα απ’ αυτά.

Από τα χέρια μας δεν έλειψε ούτε στιγμή το υπέροχο βιβλίο της Αρτέμιδας Μερτάνη-Λίζας: «Ζεφυρία οδός» -Οδοιπορικό στην Μεγάλη Ελλάδα-. Μετά τους Λοκρούς μάς κουκούλωσε η νύχτα με τα απαλά, τρισδιάστατα πέπλα της, κόβοντας βίαια τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε μέχρι τώρα την ψυχή με την πανταχού παρούσα ελληνικότητα. Στην Μπόβα Μαρίνα έπρεπε να διανυχτερεύσουμε, σ’ ένα παραλιακό, απλό, αλλά εξαίσιο ξενοδοχείο, στο οποίο μας οδήγησε η αδερφή του συναδέλφου του γιου μας, αφού προηγουμένως μας φιλοξένησε στο σπίτι της. Οι γονείς της μιλούσαν ακόμη την αρχαία ελληνική διάλεκτο, η ίδια όμως γνώριζε μόνο λίγες λέξεις. «Από χρόνο σε χρόνο και από γενιά σε γενιά χάνεται η ελληνικότητα της περιοχής» μας διαβεβαίωσε το γέρικο ζευγάρι, εμφανώς λυπημένο. «Να πάτε όμως αύριο οπωσδήποτε μέχρι ψηλά στη Βόυα (Μπόβα Σουπεριόρε). Εκεί θα βρείτε περισσότερο κόσμο να ομιλεί τα ελληνικά» μάς συνέστησαν. Αυτήν την ευκαιρία δε θέλαμε να χάσουμε με τίποτε. Μια επίσκεψη στην ορεινή Βόυα άξιζε πάντα τον κόπο και τον χρόνο. Ατέλειωτο φίδι ο στενός ανηφορικός δρόμος. Η μέχρι προ δεκαετίας ακμάζουσα πόλη, υποδέχονταν τώρα με μισή καρδιά τα ενενηκοστά ξαδέρφια της, αφού τα περισσότερα σπίτια ήταν αμπαρωμένα κι οι άνθρωποι λιγοστοί στην πλατεία και στα δρομάκια, με πινακίδες πρώτα στα ελληνικά και μετά στα ιταλικά. Δαιμόνιο κι εδώ το πνεύμα των κατοίκων κατάφερε να μεταφέρει μέχρι εκεί ψηλά, ολόκληρη ατμομηχανή και να την στήσει δίπλα στην πλατεία. Τι σήμαινε ο συμβολισμός του, δεν κατόρθωσα να διαπιστώσω.

ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ


Μεταδοτικός ιός είναι και ο ενθουσιασμός. Μια που ήρθαμε έως εδώ, ας γνωρίσουμε και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, καθαρά ελληνόφωνα, ακόμα πιο ψηλά στις ράχες των Καλαβρίων. Ο επόμενος σταθμός μας το Ρεγκούτι Χωριό, ναι, με το όνομα Χωριό. Ο δρόμος χειρότερος, στενός, σκέτη λακκούβα και κακό, σκυλί όμως και ο «κίτσος» μας, το γκολφ. Αντίκρυ ο οικισμός, μερικές εκατοντάδες μέτρα ακόμη. Πάνω στην τελευταία στροφή, έπαιρνε μια ομάδα εργατών το πρωινό της. Ρωτήσαμε στα ιταλικά, αν συνεχίζει ο δρόμος για τα απέναντι χωριά και κατόπιν κάτω στην θάλασσα ξανά. Είδαν τις γερμανικές πινακίδες του «κίτσου» και μας απάντησαν λακωνικά με ένα «Ναι». Όταν όμως τους είπαμε πως είμαστε Έλληνες, μόνο που δεν μας έβγαλαν με το ζόρι από το αυτοκίνητο. Απλόχερα μας πρόσφεραν τη φιλοξενία τους: δικό τους τυρί, χωριάτικο λουκάνικο και ψωμί, και κρασί από δική τους παραγωγή. Και το ωραιότερο, να μη σταματούν να μιλούν την αρχαΐζουσα ελληνική, που ομολογουμένως, μόλις και μετά βίας καταλαβαίναμε. Ο Λορέντζο μάλιστα με τα άψογα νεοελληνικά του, μας παρακάλεσε να μας προσφέρει κι έναν καφέ στο σπίτι του στο Χωριό, πράγμα που εκτελέσαμε ευχαρίστως. Εκεί μας έδειξε το πατρικό του, το σπίτι του παππού και του πεθερού του, ακόμα κι αυτό που γεννήθηκε ο ίδιος, όλα εγκαταλελειμμένα. Μόνο το πατρικό του άρχισε να επισκευάζει τα Σαββατοκύριακα κι είχε καρφιτσωμένο στον τοίχο το πρόγραμμα των εργασιών του στα ελληνικά.

Απερίγραπτη η θέα στα γύρω βουνά και λαγκάδια. Μπαλκόνι της Καλαβρίας το σπίτι. Στην αυλή μια χειροποίητη πινακίδα με την επιγραφή: «Φασαρία». «Όταν μαζευόμαστε εδώ, πάντα υπάρχει φασαρία» μας εξήγησε αστειευόμενος. Για την παραμονή μας στην Σικελία μας έδωσε και τέσσερα μπουκάλια απ’ το κρασί του. Με κανένα τρόπο όμως δε δέχτηκε να του τα πληρώσουμε. Σε τέτοιες στιγμές πλημμυρίζει η ψυχή σου από περηφάνια ελληνισμού κι ας ισχυριζόσουν προηγουμένως συχνά, κατηγορώντας τους συμπατριώτες σου, πως αν ξαναγεννιόσουν, πάλι σαν Έλληνας ήθελες να ζεις, αλλά στην εποχή των Πελασγών.

Από το Ρήγιο περάσαμε απέναντι στη Μεσσήνα, καρφώνοντας την προσοχή μας στα στενά και κολλώντας την φαντασία στα ανοιχτά στόματα των ομηρικών όντων, της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Κατευθυνθήκαμε για τη Νάξο, την πρώτη αποικία των Ναξιωτών, τη σημερινή Ταορμίνα. Πληθώρα οι τουρίστες, θέση για πάρκινγκ πουθενά, και το αρχαίο θέατρο μόλις έκλεισε. Ευτυχώς που μπορούσες να σκαρφαλώσεις κάπου και να το φωτογραφίσεις από ψηλά, όπως και τον ήλιο που εκείνη τη στιγμή βυθίζονταν μέσα στον κρατήρα του ηφαιστείου της Αίτνας, για να φορτωθεί περισσότερη φωτιά. Βρήκαμε ένα ωραιότατο παραλιακό ξενοδοχείο, με θέα τη Νάξο, την αρχαία και την μοντέρνα.

ΣΤΙΣ ΣΥΡΡΑΚΟΥΣΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ

Ο επόμενος σταθμός μας: Οι Συρακούσες. Η μεγαλούπολη της αρχαιότητας διατηρεί ακόμα και σήμερα την παλιά της αίγλη. Το θέατρο με την πηγή Αρεθούσα, δίπλα στις στοές λατομείων του Διονύσου, είναι τεράστιο και ολόκληρο σκαλιστό στο βράχο. Μόνο στη βόρεια Πελοπόννησο γνώρισα παρόμοιο στον ελλαδικό χώρο. Η παλιά πόλη στη θέση (νησί Ορτιγία) της αρχαίας χτισμένη, είναι μοναδική κι ανεπανάληπτη. Μετά τη γέφυρα εντυπωσιάζεσαι στην αρχή από τη μεγαλοπρέπεια του ναού του Απόλλωνα, ενώ λίγο παρακάτω ο δεξιός τοίχος της μητρόπολης στηρίζεται στους ακέραιους κίονες του ναού της Αθηνάς. Στην Πλατεία Αρχιμήδη ηχούν άθελα στ’ αυτιά σου τα τελευταία λόγια του μεγάλου επιστήμονα «Μη μου τους κύκλους τάραττε». Πανέμορφα παλάτια το ένα δίπλα στο άλλο και στενά σοκάκια με θέα τη θάλασσα συμπληρώνουν τη γραφικότητα της πόλης, που δύσκολα την εγκαταλείπεις, αφού ρίχνεις μια ματιά και στην μοντέρνα αστεροειδή εκκλησία της Παναγιάς των δακρύων.

Δια μέσου Κατάνιας, διασχίσαμε τώρα το εσωτερικό του νησιού και κάναμε μια στάση στην Έννα, πάνω σ’ έναν λόφο χτισμένη. Η θέα στα γύρω βουνά και στα μαφιόζικα χωριά ήταν φανταστική, αλλά δίπλα σου, στην πλατεία και στους δρόμους στοιβάζονταν τα σκουπίδια, βουνά κι αυτά. Το βράδυ έπρεπε να είμαστε στο ξενοδοχείο μας στην Κεφαλού. Από εκεί θα οργανώναμε τις ημερήσιες εκδρομές μας για τα υπόλοιπα αξιοθέατα της Μεγάλης Ελλάδας. Η πρώτη μέρα ήταν αφιερωμένη στην πόλη Κεφαλού. Δε χόρταινε κανείς να περπατά στα στενά της σοκάκια, να φωτογραφίζει τα παλιά αραβικά πλυντήρια και τον υπερβλητικό της καθεδρικό νορμανδικό ναό (1140), τους ογκώδεις τρούλους και τα βυζαντινά μωσαϊκά του, και να απολαμβάνει το εξαίσιο κρασί στην παραθαλάσσια πιτσαρία.

Η μεγαλύτερη μας εκδρομή ήταν εκείνη προς την Σελινούντα. Αφήσαμε προς το παρόν την Ιμέρα και το Παλέρμο και κατευθυνθήκαμε στην Σεγέστα, οι κάτοικοι της οποίας αποδέχτηκαν τον ελληνικό πολιτισμό και μας κληρονόμησαν έναν σχεδόν ακέραιο ναό δωρικού ρυθμού, αγνώστου όμως θεότητας, καθώς επίσης και το αμφιθέατρο, καλαισθητικά τοποθετημένο στην κορυφή του λόφου, με θέα τα ήπια γύρω βουνά και τη Μεσόγειο. Το γεύμα μας θέλαμε να πάρουμε στην πόλη Τράπανι, που εκτείνεται μέσα στη θάλασσα σαν ένα δάκτυλο. Τα νεοκλασικά της κτίρια, τα διάφορα παλάτια γοητεύουν κάθε επισκέπτη, ενώ στο λιμάνι συνειδητοποιεί κανείς τη δυνατότητα να κάνει και το πρώτο του άλμα στην Αφρική.

Στο δρόμο για τη Σελινούντα αντικρίζεις τους άσπρους λόφους από τις αλυκές και παρακάτω τους δεκάδες ανεμόμυλους, να φουντώνουν τη φαντασία σου για νέους δονκιχωτισμούς. Ο αρχαιολογικός χώρος της Σελινούντας είναι τόσο μεγάλος, ώστε χρειάζεσαι μια ολόκληρη μέρα για να τον περιηγηθείς, ή τουλάχιστον το τοπικό μεταφορικό μέσο. Οχτώ ναοί υπάρχουν εδώ, επιβλητικότερος ο αναστηλωμένος της Θεάς Ήρας, ενώ παντού είναι διασκορπισμένοι οι τεράστιοι κίονες των υπόλοιπων, που με φόντο τους κίονες της ακρόπολης, άθελα σε γυρνούν στα χρόνια της έξαρσης της ελληνικής αποικιοκρατίας. Μπορεί ο Ακράγας με τόσους καλά διατηρημένους δωρικούς ναούς στην περίφημη κοιλάδα των Τεμπών να είναι μοναδικός, η Σελινούντα όμως αποτελεί κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο μαργαριτάρι στο λαμπερό περιδέραιο που φέρει το όνομα Μεγάλη Ελλάδα.

ΠΑΛΕΡΜΟ Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Την επόμενη μέρα πήραμε από την Κεφαλού το τραίνο για την πρωτεύουσα του νησιού, το Παλέρμο. Με είχαν προειδοποιήσει πολλοί να μην τολμήσω να επισκεφτώ την πόλη με το αυτοκίνητο. Στην αρχή επισκεφτήκαμε το Μονρεάλε, μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα, πάνω στο γειτονικό βουνό, απ’ όπου έχει κανείς μια φαντασμαγορική θέα του Παλέρμου και της βόρειας ακτής του νησιού. Ο καθεδρικός ναός, αποδεικνύεται γρήγορα όχι μόνο σαν θρησκευτικός, αλλά και σαν αληθινός καλλιτεχνικός παράδεισος. Οι εσωτερικοί τοίχοι (6340 τ.μ.) είναι καλυμμένοι με αριστουργηματικά επίχρυσα μωσαϊκά, με σκηνές απ’ όλη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Αισθάνεσαι μηδαμινός και φορτωμένος με τύψεις, φωτογραφίζοντας τόση συγκεντρωμένη θεία παρουσία, κάτω από το αυστηρό βλέμμα του Παντοκράτορα. «Αγιά Σοφιά της Δύσης» θέλεις να αναφωνήσεις. Ακόμη και το περιστύλιο της αυλής δίπλα, είναι τόσο περίτεχνα κατασκευασμένο, ώστε να αδυνατείς πραγματικά να το εγκαταλείψεις.

Παλέρμο: Πόλη των αντιθέσεων και διάφορων χαρακτήρων. Παλιό και νέο, καλοφτιαγμένο και ερειπωμένο, ζωντανό και κοιμισμένο, χριστιανικό και αλλόδοξο, τα πάντα συναντάς εκεί, εκτός από ελληνικές αρχαιότητες. Το Νορμανδικό στοιχείο υπερισχύει, και κατ’ εξοχήν η μητρόπολη, αλλά και το Μπαρόκ δε μένει πίσω. Παντού εκκλησίες με κομψά καμπαναριά και αγάλματα στις κεντρικές πύλες και στα περίτεχνα παράθυρα. Στο μουσείο «Παλάτι των Νορμανδών» με τη περίφημη «Καπέλα Παλατίνα» νιώθεις και πάλι το βυζαντινό πνεύμα να κυριαρχεί ολοκληρωτικά. «Ναι, και στο Παλέρμο υπάρχει ελληνισμός» θέλεις να φωνάξεις ενθουσιασμένος. Κι όταν σε λίγο επισκέπτεσαι το θέατρο μάσσιμο, διαπιστώνεις ξανά τη σημαντική διαφορά της βυζαντινής τέχνης από την πομπώδη μοντέρνα, και θυμάσαι τα λόγια του καθηγητού σου απ’ το γυμνάσιο: «Βάλε ένα αρχαίο ελληνικό άγαλμα ανάμεσα σε εκατό ρωμαϊκά και θα στο βρω αμέσως.»

Την τελευταία μέρα της παραμονής μας στη Σικελία, σκοπεύαμε να επισκεφτούμε τον Ακράγαντα και την Γέλα, προτιμήσαμε όμως λόγω του μεγάλου ταξιδιού της επιστροφής μας, να γνωρίσουμε την γύρω περιοχή από την Κεφαλού, την ορεινή Μαδονία. Ο ιερός χώρος προσκυνήματος Γκιμπιλμάννα, μέσα στο δάσος από βαλανιδιές και δέντρα μάννα, που μόνο στην περιοχή αυτή βλαστάνουν και παράγουν την ειδική ρετσίνη για τα τρόφιμα και γλυκά, ήταν ο πρώτος μας σταθμός. Γραφικότατα προστέθηκαν στις εμπειρίες μας και τα χωριά Ισνέλλο και Καστελμπουόνο, με τα στενά τους σοκάκια, τα καστέλα, τις αμέτρητες τρατορίες και τα εγχώρια προϊόντα, ιδίως τυριά και γλυκά, που προσφέρονταν στους τουρίστες υπαίθρια. Κρύο αεράκι κατέβαινε απ’ τα ψηλά βουνά με τα γέρικά τους κεφάλια, και να, εμφανίστηκαν κιόλας οι πρώτοι σκιέρ με τα πέδιλα στ’ αυτοκίνητά τους. Σε λίγο θα χειμώνιαζε και εδώ, καιρός να φύγουμε κι εμείς.

Ο αυτοκινητόδρομος από την Κεφαλού έως τη Μεσσήνα είναι μια ατέλειωτη σειρά από τούνελ και αερογέφυρες. Οι φίλοι μας άρχισαν να τα μετρούν, τα παράτησαν όμως σε λίγο. Διασχίσαμε κατά λάθος ολόκληρη την πόλη, άξιζε όμως τον κόπο, αφού απολαύσαμε από κοντά όλα σχεδόν τα μοντέρνα αξιοθέατά της. Απέναντι στην ηπειρωτική πλευρά, παρουσίαζε κι εδώ ο δρόμος την ίδια εικόνα. Μόνο που πήρε φωτιά κάποιο λεωφορείο μπροστά μας και κλειστήκαμε μέσα σ’ ένα τούνελ. Παλαβοί και οι Ιταλοί σαν τους Έλληνες, αφού έβλεπαν ότι φρακάραμε, προσπερνούσαν συνεχώς, δίχως ν’ αφήνουν την παραμικρή απόσταση στο προπορευόμενο όχημα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πλησιάσει ούτε η αστυνομία ούτε το νοσοκομειακό. Ο γιατρός έτρεχε πεζός ανάμεσα στα αμάξια, για να προλάβει να σώσει μερικά άτομα που έπαθαν σοβαρά εγκαύματα.

Στη Σύβαρη σταματήσαμε για γεύμα και πιο πάνω στην Ηράκλεια και το Μεταπόντιο, για να θαυμάσουμε ακόμη έναν ναό της Ήρας που σώζεται αρκετά άρτιος. Στη σκιά του ναού αυτού θελήσαμε να διανυχτερεύσουμε, δε βρήκαμε όμως κατάλυμα και συνεχίσαμε για τον Τάραντα. Αφού περάσαμε τη γέφυρα που ενώνει τα δυο τμήματα της πόλης, και ακολουθώντας την παραλιακή οδό, δίπλα στο εσωτερικό μεγάλο λιμάνι, καταλήξαμε στο ξενοδοχείο ΑΣΤΟΡ. Δεν προλάβαμε να ξεκουραστούμε από το μακρινό ταξίδι και βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης. Τίποτε δε θέλαμε να χάσουμε από τη γαλαζοαίματη γενιά της. Παρ’ ότι νέα, ίσως γι’ αυτό ακριβώς, λουσμένη με άπλετο ηλεκτρικό φως, φάνταζε ολοζώντανη, πλημμυρισμένη από νέους, μεσόκοπους και γέρους ανακατεμένους, να βολτάρουν ασταμάτητα στην πλατεία και στην κεντρική λεωφόρο, έφερναν στη μνήμη σου αυτόματα Ελλάδα και πάλι, όπου στήνονταν κάθε βράδυ σε κάθε πόλη και χωριό το περίφημο νυφοπάζαρο. Κι αν οι προσόψεις των κτιρίων δεν θύμιζαν διόλου Ελλάδα, τα πρόσωπα των ανθρώπων, οι κινήσεις οι χειρονομίες, τα γέλια, τα χαμόγελα, τα πάντα σε γέμιζαν τη ψυχή με ελληνικότητα. Μας άρεσε η νυχτερινή ζωή της πόλης του Τάραντα αφάνταστα, και δίχως ντίσκο ή μπαράκια. «Εδώ θα μπορούσα να ζήσω κι εγώ» δήλωσα στην παρέα μου. Στο κρεβάτι διάβασα το σχετικό κεφάλαιο της Μερτάνη-Λίζας και αποκοιμήθηκα ευτυχισμένος. Πρώτη φορά στη ζωή μου δε μ’ ενόχλησε η διπλανή μουσική.

Νωρίς το πρωί βιαστήκαμε να ανακαλύψουμε τους θησαυρούς της: Σε μια πλατεία την επιγραφή ΤΑΡΑΣ, δίπλα μια άλλη: ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΣ και Μagna Grecia, παρακάτω την Οδό Αρχιμήδη, την οδό Αρχύτου, την προτομή του Πυθαγόρα. Σκιρτά μέσα σου άτσαλα ξανά η ελληνίζουσα καρδιά. Κι όταν επισκεφτείς το αρχαιολογικό μουσείο, κοντεύει εκείνη να σπάσει. Εκατοντάδες πνεύματα μεγάλων στοχαστών στριφογυρίζουν σα σμήνος μελισσών στο κεφάλι σου. Χιλιάδες εντυπώσεις που δεν περιγράφονται, αλλ’ ούτε και λησμονιούνται. Μια πεζοπορία ακόμη στην παλιά πόλη, με τα πολύ στενά δρομάκια της, που ευτυχώς για τους πεζούς δεν επιτρέπουν τη διάβαση σε οχήματα, ολοκληρώνουν τον υπέροχο πρωινό σου περίπατο. Λίγο πιο πέρα από τη γέφυρα, ορθώνονται μπροστά σου αδερφωμένοι δυο κίονες δωρικοί και μερικά μέτρα παρακάτω, ο μητροπολιτικός ναός με το πανέμορφο ροκοκό παρεκκλήσι του δίπλα στο ιερό, κλείνουν το κεφάλαιο Τάραντας, χαρίζοντας σου συνάμα την ιερή υπόσχεση, ότι θα σε φέρουν κάποτε πίσω στον ίδιο χώρο πάλι.

Επιστρέφοντας στο Μπάρι περάσαμε κι από τους ιδιόρρυθμους τρούλους της Μαρτίνα Φράνκα και του Αλμπερομπέλλο, απλά και μόνο για να τους αποθανατίσουμε με μια δική μας φωτογραφία. Στο Μπάρι μας κατέβαλε μια ανεξήγητη μελαγχολία, ακόμα και η κάνον μου έπαψε έξαφνα να λειτουργεί. Ούτε η άψυχη μηχανή δεν άντεξε τόση φόρτιση, ψηφιακή και συναισθηματική. «Θεέ μου ποια Ελλάδα είχαμε τότε δημιουργήσει και πως την έχουμε σήμερα καταντήσει» έβγαλα από τα έγκατά μου τον βαθύ αναστεναγμό, καθώς μπαίναμε στο καράβι κι άλλαξα λίγο το γνωστό μου ρητό: «Έλληνας πάλι θα ήθελα να ξαναγεννηθώ, αλλά την εποχή των Δωριέων και των Ιώνων, παρακαλώ.» [Εφημερίδα Χρόνος της Κομοτηνής]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου