Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1792 – 1869)

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1792 – 1869)

Πόσοι από εμάς και γενικώτερα οι νέοι γνωρίζουν το έργο του Ανδρέα Κάλβου;  Του ποιητή που ξόδεψε όλο το πνευματικό του απόθεμα για να υμνήσει αποκλειστικά την σκλαβωμένη πατρίδα του. Να κάνει γνωστό στους ξένους ότι η ένδοξη μα ξεχασμένη πατρίδα του ξανάβρισκε τον εαυτό της. Πόσοι από μας μέσα στην πληθώρα των ποιητικών υποπροϊόντων ξεχώρισαν τις ωδές του Κάλβου, μέσα από τις οποίες υμνείται η Ελλάδα, η δύναμη, το θάρρος και οι ικανότητες του λαού μας.

“Θερμότατον τον πόθον
εφυτεύσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου
ώ Ελλάς, και καλείσαι
μήτηρ ηρώων”.

Το έργο του Ανδρέα Κάλβου αποτελείται από είκοσι ωδές. Το 1824 δημοσιεύθηκαν οι δέκα πρώτες και οι υπόλοιπες δέκα το 1826. Οι ωδές είναι αφιερωμένες στην δόξα, τον Ιερό Λόχο, την Χίο, τα Ψαρά, το Σούλι, τον βωμό της πατρίδος, την ελευθερία κ.λ.π..

Εγώ θα σταθώ στην ωδή του Ωκεανού, η οποία είναι η ιστορία της Ελλάδος, που από το 1453 σύρθηκε στον σταυρό της, πέθανε, για ν’ αναστηθεί αλλοίμονο μετά από καιρούς φρικτούς.

“Γη των θεών φροντίδα
Ελλάς ηρώων μητέρα,
φίλη γλυκεία Πατρίδα μου,
νύχτα δουλείας σ’ εσκέπασε
νύχτα αιώνων”.

Τι περιγραφική εικόνα δύναμη μέσα σε λίγες μόνον λέξεις. Τι φοβερή και τι φρικτή! Στην γη, που είναι φροντίδα των θεών, τα πάντα είναι νύχτα. Σ’ όλο το στερέωμα δεν υπάρχει πλέον τίποτα ζωντανό. Μόνο τ’ αστέρια και το φως τους!

“Χάθηκαν οι πόλεις,
εχάθηκαν τα δάση,
η θάλασσα κοιμάται,
και τα βουνά κι ο θόρυβος
παύει των ζώντων”.

Τι θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα την τραγική εκείνη περίοδο της δουλείας; Μόνο ο θάνατος κυριαρχούσε κι η χώρα ναός ερειπωμένος. Αλήθεια πόση δύναμη και πόση αντοχή χρειάσθηκε για να βγούμε ζωντανοί, απ’ αυτόν τον όλεθρο. Αλλά η φρικτή αυτή κατάσταση δεν θα διαρκέσει αιώνια. Η νύχτα θα περάσει, το σκοτάδι θα διαλυθεί, το φως της αυγής θα φανεί και πάλι στην γη μας. Η θεά Ελευθερία θα κατέβει στην θάλασσα της Χίου κλαίουσα και θα παρακαλέσει τον Ωκεανό πατέρα της ν’ ακούσει τη φωνή της και να πραγματοποίησει τον μέγα πόθο της ψυχής της.

“Ένδοξον θρόνον είχον
εις την Ελλάδα. Τύρρανοι
προ πολλού τον κρατούσι,
σήμερον συ βοήθησον
δος μοι τον θρόνον”.

Και ο ποιητής καλεί τα καυχήματα των Σπετσών, της Ύδρας, των Ψαρών να ορμήσουν και να κατακαύσουν τον στόλο των βαρβάρων. Και των απείρων εχθρών οι ναύτες, τα σκάφη, τα ιστία, τα κατάρτια, να τρώει η φλόγα, να τα καταπίνει η θάλασσα. Γιατί επουράνιος χείρα κυβερνά τα τρομερά πηδάλια των ηρώων, που συντρίβουν και νικούν. Μα ο Κάλβος δεν σταματά εδώ. Δεν του αρκεί η νίκη αυτή. Φωνάζει:

“Οθωμανέ περήφανε
Που είσαι; Νέον στόλον
φέρε, ώ μωρέ, και σύναξε,
νέαν δάφνην οι Έλληνες
θέλουν αρπάζειν”

“Τα δεινά των εχθρών σας
πλήθη καταφρονήσατε.
Την κόμην πάντα ο θρίαμβος
στέφει των υπέρ πάτρης
κινδυνεύοντων”

‘Ετσι πονούσαν την Ελλάδα ο λαός και οι πνευματικοί ηγέτες της εποχής εκείνης. Ζούσαν τον παλμό του Γένους. Ο Κάλβος άφησε την Γαλλία και ήλθε για να πολεμήσει στην ξεσηκωμένη Ελλάδα. Μα απογοητευμένος από τους πολιτικάντηδες έφυγε ξανά για την Γαλλία, προς διαφώτιση αυτή την φορά των ξένων με την πένα του.

A.Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου