Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Περικλής Γιαννόπουλος: Ἑλληνικὴ Γραμμή

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Περικλής Γιαννόπουλος: Ἑλληνικὴ Γραμμή

Βάσις τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς εἶναι ἡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ. Κάθε Γῆ πλάττει τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Ἑαυτῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπόν της, ὅπως τὸ φυτόν της καὶ τὸ ζῷον της, ἐκδηλωτήν της. Κάθε Γῆς ἄνθρωπος εἶναι μόνον τὸ ὄργανον τῆς ἐκδηλώσεως Αὐτῆς. Ἡμεῖς, ἀπό της προϊστορικῆς ἡμῶν ἐμφανίσεως, αὐτὴν ἐξωτερικεύομεν δι᾿ ὅλων ἡμῶν τῶν κινήσεων, αὐτὴν ἀπεικονίζομεν δι᾿ ὅλων ἡμῶν τῶν ἐκδηλώσεων, εἴτε συναισθητῶν, εἴτε ἀσυναισθήτων. Πρώτη λοιπὸν κίνησις, πρὸς ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, εἶναι ἡ κίνησις πρὸς τὴν Γῆν. Καὶ πρῶτον βῆμα πρὸς αἴσθησιν, νόησιν τῆς Γῆς, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπορρεύσῃ σαφὴς ἡ Αἰσθητική, εἶναι ὁ ἐνατενισμὸς Αὐτῆς, χιλιάδας χιλιάδων ὡρῶν. Μελετῶντες τὴν Γῆν καὶ ψυχολογοῦντες ἑαυτούς, βλέπομεν ὅτι πᾶσα ἐν Αὐτῇ ὑπάρχουσα ὡραιότης καὶ εὐγένεια ἐνυπάρχει καὶ ἐν ἡμῖν. Ὁμοίως πλασμένοι, ὁμοούσιοι, παρομοίας ἔχομεν καὶ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις. Τὴν Ἑλληνικήν μας Φύσιν ἔχοντες ὁδηγόν, ὡς θεότητα λατρεύοντες Αὐτήν, πιστεύοντες εἰς Αὐτὴν καὶ εἰς τὴν φύσιν ἡμῶν, τηροῦντες τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην, ἀνεμποδίστως δὲ καὶ ὑπερηφάνως ἐκφράζοντες τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον ἡμῶν, ἐκφράζομεν καὶ ζωγραφίζομεν εἰς τὴν Ἀνθρωπότητα τὴν τελείαν Ὡραιότητα καὶ Εὐγένειαν τοῦ εἴδους ἡμῶν.


Ζητῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κάθε ζωγράφου, γλύπτου, ἀρχιτέκτονος καὶ λογίου καὶ ποιητοῦ καὶ μουσικοῦ ἀκόμη, παντὸς καλλιτεχνοῦντος, φιλοτεχνοῦντος, παντὸς καλαισθήτου ἀνθρώπου διὰ τὰς γραμμὰς αὐτάς. Διότι, ἐάν, καθὼς πιστεύω, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὀρθή, ὅσον ὀρθὴ ἡ βάσις τὴν ὁποίαν θέτω, ὅταν ἀναλυθῇ καὶ μελετηθῇ παρ᾿ ὅλων ἡμῶν καθ᾿ ὅλας του τὰς λεπτομερείας τὸ τιθέμενον ἐδῶ ζήτημα, δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ τεθῇ ἀπὸ τώρα ἡ θεμελιώδης καὶ ἀδιάσειστος βάσις διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Τέχνας τοῦ κάθε σήμερον καὶ τοῦ κάθε αὔριον καὶ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία πρὸς κανονισμὸν τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐπωάζεται καὶ ὁ ὁποῖος μοιραίως θὰ δημιουργηθῇ.

Βεβαίως ἡ σειρὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς θὰ εἶχε τὸν τόπον της, ὄχι μόνον μετὰ τὴν ἐντελῆ ζήτησιν τῆς τωρινῆς ζωγραφικῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ζήτησιν τῆς Γλυπτικῆς καὶ τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς καὶ τῆς Φιλολογίας, ὅτε θὰ ἐφαίνοντο ἀρκετὰ γεγονότα, δεικνύοντα τὴν βαθυτάτην ἡμῶν διαφορὰν ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμον τὸν ἀρκετώτατα δεικνύοντα τὴν ἐντελῆ ἀποτυχίαν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐμβολιασμῶν ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς. Ἀλλὰ βλέπων τὴν πραγματικὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἀρχὴν τάσεως πρὸς τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, τὸ ἐκδηλωθὲν ἐνδιαφέρον διὰ τὰς τοιαύτας ζητήσεις, δίδω τὰς πρώτας ἰδέας εἰς τὴν μελετητικὴν διάθεσιν τοῦ καθενός. Καὶ διὰ τοῦτο μεταμορφώνω αὐτὰς πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ τύπου· καὶ ἀνάγκη νὰ λεχθῇ διὰ τοὺς ὀλίγους ἀνωτέρας διανοητικῆς καὶ αἰσθητικῆς μορφώσεως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εὕρουν χονδροκομμένας τὰς γραμμὰς αὐτὰς -ὅτι τὰ μεταμορφώνω καὶ πρὸς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ μετρίου διανοητικοῦ τύπου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνομαι καὶ εἰς τὸν ὁποῖον θέλω νὰ καταστήσω εὐκολωτέραν τὴν ὁδὸν πρὸς νόησιν τῶν τοιούτων. Διότι δὲν ἔχω καμμίαν φιλοδοξίαν νὰ ἀρχίσω καὶ νὰ τελειώσω τι, οὔτε νὰ φανῶ ἐγὼ σοφός. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω ὡραῖα τὶ βλέπω ἐγὼ καὶ νὰ κομψευθῶ, ἀλλὰ νὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον τῶν ζητήσεων, σκέψεων καὶ συγκρίσεων, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἄλλοι δύνανται νὰ ἰδοῦν καλλίτερα καὶ περισσότερα ἐμοῦ. Διότι ἐγὼ ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸ δαιμόνιον τῆς ἑλληνικῆς εὐφυΐας καὶ θέλω μόνον μὲ ἕνα κεφαλοκρούστην κτυπῶν τὸ τωρινὸν στενοκέφαλον, τὸ ὁποῖον ἀκέφαλοι ἄρχοντες ἐδημιούργησαν, νὰ ἀνοίξω χίλια παράθυρα, ὑπερβέβαιος ὅτι μόλις ἐρεθισθῇ ὁ ἑλληνικὸς νοῦς καὶ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰ σίδηρα τῶν τωρινῶν ἰδεῶν, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδενὸς τυφλοσύρτου. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποδείξω μόνον τὰ μεγάλα Ἀναγνώσματα τοῦ Βιβλίου τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως καὶ νὰ συστήσω τὸ Βάπτισμα τῆς λευκῆς καὶ παρθένου ψυχῆς μας εἰς τὸ Θεῖον φῶς.

Σταθῆτε εἰς ἕνα μέρος τῶν Ἀθηνῶν ἀνοικτόν. Εἰς τὸ Ζάππειον, εἰς τὰ Πατήσια, ὅπου θέλετε. Ἀναβῆτε εἰς ἕνα λοφίσκον, λόφον· εἰς τὸν Ἄρδηττον, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τὸν Φιλόπαππον, εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον θέλετε. Προτιμήσατε νὰ ἀναβῆτε εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, καὶ στρέφοντες δεξιόθεν ὅπου σᾶς ἐχάραξαν καὶ δρόμον νὰ κάμετε ὀλίγα βήματα μέχρις ὅτου σᾶς ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα πανταχόθεν. Ἐκεῖ εἶναι καλύτερα, διότι ἡ κεφαλὴ τοῦ θεατοῦ εἶναι εἰς ἴσην γραμμὴν μὲ ὅλους τοὺς λόφους καὶ τὰ βουνὰ καὶ βλέπει τὰ πάντα, οὔτε πολὺ ὑψηλόθεν, οὔτε πολὺ χαμηλόθεν.

Πηγαίνετε ἐκεῖ, εἴτε ἕνα ξηρὸν ἀνέφελον ροδοξύπνημα ἡμέρας, εἴτε ἕνα πάμφωτον μεσημέρι, εἴτε καλλίτερον, τρεῖς ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅτε ὅλα διαβάζονται καθαρώτερα καὶ ἁπλούστερα ἀπὸ τοὺς ἀμυήτους ὀφθαλμούς. Μείνατε ἐκεῖ, δύο, τρεῖς, τέσσαρες, πέντε ὥρας. Δὲν θὰ πάθετε τίποτε διὰ μίαν φοράν. Εἶναι τόσον ὡραῖα, τόσον ἡδονικὰ νὰ κάθεται κανεὶς εἰς τὸ μητρικὸν χῶμα καὶ νὰ θωπεύῃ τὰ χόρτα καὶ τὰ ὡραῖα πετράδια, μὲ τὰ ὁποῖα τόσον γρήγορα γίνεται ἕνα. Καθίσατε χωρὶς καμμίαν σκέψιν, χωρὶς κανένα σκοπόν· ἀφήσατε τὴν ψυχήν σας ἐλευθέραν νὰ τέρπεται ἀπὸ τὰ ὁρώμενα ἀθύρματα καὶ τὸν ἐγκέφαλόν σας νὰ φωτογραφῇ εἰς τὸν σκοτεινὸν θάλαμον λόφους, βουνά, ἀκτάς, νερά, καπνούς, χρώματα, ὅ,τι φαίνεται.

Τί βλέπετε;

Ἕνα ὁλόκληρον κόσμον.

Καὶ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὸ κάθε τι λεπτόν, ξηρὸν καὶ τὸ κάθε τι χρωματιστόν. Ἀκολουθήσατε μὲ τὰ μάτια σας τὰ θωπεύοντα δάκτυλά σας τὸ χῶμα. Χῶμα ξηρόν, ἐλαφρόν, τριμμὲνον, κοῦφον, τρίμματα πετραδίων πολυχρώμων, συχνὰ καὶ τρίμματα ἀγγείων τοῦ τριμμένου κόσμου. Προσέξατε περισσὸτερον· μία βλάστησις μόλις διακρινομένη, μόλις προβάλλουσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, μικροσκοπικωτάτη, λεπτοφυεστάτη, πολύχρωμος, μόλις ἐννοουμένη ἂν εἶναι ξηρὰ ἢ χλωρά. Παρατηρήσατε τὰ ὁρατότερα, τὰ πλησίον σας πετράδια, χορτάρια. Κάθε πετράδι, λιθάρι, χορτάρι, καθήμενον ὡραῖα, διαγραφόμενον διαυγέστατα, προβάλλον τὴν φυσιογνωμίαν του σὰν ἄτομον, σὰν ἄνθρωπος. Τὸ κάθε χορτάρι ἀπὸ τὴν ρίζαν του ἕως τὸν χνοῦν του, ἕως τὴν τελευταίαν του ἀκτῖνα, τὰ πάντα ὁρατότατα εἰς τὸν ὀφθαλμόν. Κάθε λιθάρι, χορτάρι, ἀνθύλλιον, φυτόν, θάμνος, διαγράφεται τόσον καθαρά, διακρίνεται τόσον πολύ, τόσον πολὺ διαφέρει, μὲ τόσην ἔντασιν ἐπιδεικνύει τὴν ὕπαρξίν του, τὴν ἀτομικότητά του, ὥστε κάθε πετράδι, χορτάρι, εἶναι σὰν κάθε κύριον Α., σὰν κάθε κύριον Β. Παρατηρήσατε τὰ πλησίον σας ἄνθη τῶν ἀσφοδελῶν ἕνα ἕνα σᾶς κυττάζει σὰν πρόσωπον· διακρίνετε τὰς ἐλαχίστας ραβδώσεις τῶν πετάλων του· εἰς ἕνα μακρύτερον δύνασθε νὰ μετρήσετε ὅλους τοὺς σφαιροειδεῖς τους σπόρους. Ἐκτείνατε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τῶν ἀνθισμένων ἀσφοδελῶν ποὺ στολίζουν ὅλα τὰ ἐνώπιόν σας καταιβάσματα τῶν λόφων, μὲ τὰ ροδαλά των δονούμενα φῶτα τὰ ἐκπνέοντα ἁβρὰν ἡδυπάθειαν. Ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνετε τὸ βλέμμα σας, διακρίνετε παντοῦ, ἕναν ἕναν ἀσφοδελόν, παντοῦ ἔχετε τὴν αἴσθησιν τοῦ μεταξύ των διαστήματος, ἀέρος, φωτός. Παρατηρήσατε μὲ προσοχὴν εἰς κάθε ὀγκώδη λίθον, εἰς κάθε ὄγκωμα, εἰς κάθε ἐξόγκωμα τῆς γῆς, εἰς κάθε βραχώδη προβολὴν ὑδροχρωματισμένην κυανόφαια· διακρίνετε ὅλα τὰ λεπτουργήματα, τὰς φλέβας, τὰ νερά, τὰς ἀποχρώσεις· εἰς κάθε λόφον ὅλα του τὰ κοψίματα, τὰ σκαλίσματα, εἰς κάθε λόφον μακρυνόν, ὅλα τὰ ἀραβουργήματα τῆς φύσεως ποὺ κάμνει παίζουσα μὲ τὴν ὕλην, ὅπως ἐὰν κρατῆτε εἰς τὰ χέρια σας θήκην ἀπὸ σκαλισμένον ξύλον σαντάλ. Μία γίδα εἶναι ἐπάνω εἰς τοὺς μακρυνοὺς λόφους τῶν σφαγείων ἢ ἐπάνω εἰς τὸν Φιλόπαππον· τὴν βλέπετε ὅπως τὴν γίδα τοῦ λεπτουργὴματος ποὺ κρατεῖτε εἰς τὰ χέρια σας. Εἰς τὰ ἀπώτατα βουνὰ διακρίνετε ὅλην των τὴν κατασκευὴν καὶ τὰ κρημνοτσακίσματα, τὰς γραμμὰς ὅλας τοῦ σώματός των, ἀντιλαμβάνεσθε, αἰσθάνεσθε τὸν χαρακτῆρα των, τὴν ἔκφρασὶν των ἐντελῶς. Παρατηρήσατε εἰς τὸν ἐλαιῶνα, τὸν ὁποῖον ἡ θέσις σᾶς παρουσιάζει ὡς ἕνα μεγάλο πύκνωμα· ὅπου ὑπάρχει ὁλίγη ἀραιότης, διακρίνετε τὰς ἐλαίας μίαν, μίαν. Τὰ ἀραιὰ δένδρα μάλιστα τῆς Ἀττικῆς εἶναι φυσιογνωμίαι ἐπιφανεῖς. Παρατηρήσατε τὰ τρία τέσσερα κυπαρίσσια πλησίον τοῦ ἐξωκκλησίου. Κάθε δένδρον ὑψώνεται, ἐπιβάλλεται, διακρίνεται, σὰν ὑπουργός, σὰν πρεσβευτής, σὰν κύριος ἐν τέλει, σὰν συναντώμενος πρωθυπουργὸς ἢ Βασιλεὺς εἰς ἐξοχικὸν δρόμον. Εἰς τὰ πλάγια τοῦ Αἰγάλεω, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Ὑμηττοῦ, ὅπου εἶναι δένδρα ἀραιά, ξεχωρίζουν ἕνα ἕνα· εἰς τὴν Πεντέλην, ἡ γραμμὴ τοῦ παλατιοῦ τῆς Δουκίσσης φαίνεται καθαρώτερα· εἰς τὴν πρὸς τὴν Πεντέλην κορυφογραμμὴν τοῦ Ὑμηττοῦ, δύο τρία ὑπάρχοντα ψωραλέα δένδρα κυρτοστραβωμένα διακρίνονται περίφημα· εἰς τοὺς λόφους τῶν σφαγείων, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τοὺς ἀπωτάτους λόφους τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, τῶν Πατησίων, ἄνθρωπος ἢ κάθε ἄλλο ζῷον εἰς τὴν κορυφήν των διακρίνεται θαυμάσια. Στραφῆτε πρὸς τὸν Πειραιᾶ· ὅλαι αἱ καπνοδόχαι διαγράφονται μία μία· ὁ κάθε καπνὸς χωριστὰ καὶ κάθε καπνὸς γινόμενος ἀσημένιος, ἀεροπορεῖ χωριστὰ εἰς τὸ χρυσοῦν φῶς· ὅσαι καπνοδόχαι, τόσοι καπνοὶ διακρίνονται ἄνωθεν τοῦ Πειραιῶς. Εἰς τὸν δρόμον τοῦ Πειραιῶς καθ᾿ ὅλον τὸν χειμῶνα, διακρίνετε ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν, τὸν σκελετὸν κάθε μιᾶς λεύκης ὁλόκληρον, σὰν νὰ εἶναι πλησίον σας ἕνα δένδρον τριχοειδές. Εἰς τὴν θάλασσαν ἕνα πλοῖον περιπατεῖ· τὸ στῆθος του, τὰ ἐξαρτήματά του φαίνονται ὅλα καθαρά, ὅταν φωτίζεται καταλλήλως.

Ἠρώτησα παιδιά, ἄνδρας, γυναῖκας, γέρους, κάθε εἶδος ἀνθρώπων ἰδικῶν μας καὶ ξένων: Βλέπεις αὐτὸ τὸ σαρίδι, τὸ λιθάρι, τὸ κλωνάρι, τὸ κέρατον τῆς γίδας, τὸ ὑπογένειον τοῦ τράγου εἰς τὸν ἀπώτατον λοφίσκον; Ὅλοι μοῦ εἶπον: τὸ βλέπω.

Τώρα, στρέψατε τὰ νῶτα πρὸς τὸν δύοντα ἥλιον καὶ παρατηρήσατε τὴν κατάφωτον Ἀκρόπολιν. Παρατηρήσατε τὸν ἀναβαίνοντα λόφον μὲ τὰ πεῦκα του, τὰς ἐλαίας, τοὺς ἀθανάτους, τὰς παραμικροτέρας γραμμάς. Παρατηρήσατε τὴν φεύγουσαν καμπυλωτὴν πλευρὰ τῶν ροδοπετάλων βράχων ἀπὸ τὴν θύραν της πρὸς τὸ θέατρον τοῦ Ἡρώδου καὶ πέραν· τὰ πάντα φέγγουν σὰν γράμματα Βαλτάσαρ. Παρατηρήσατε τὰ Προπύλαια, τὸν φαινόμενον Παρθενῶνα -ἕνα καλλιτεχνικὸν ἔργον, ἄνθος φυσικὸν θαυμάσιον, ἐναρμονιζόμενον καὶ ἐκφράζον αὐτὴν -τὰ πάντα φέγγουν, λάμπουν. Καὶ δὲν φαίνονται ὅσον ἐφαίνοντο, διότι ὁ καιρὸς ἐρροκάνισεν, ἡ βροχὴ ἐξέπλυνε τὰ χρώματα, τὸ πλήγωμα ἐχόνδρυνεν, ἐνίσχυσε τὰς γραμμάς. Φαντασθῆτε ὅτι εἶσθε εἰς τὰ Προπύλαια· φαντασθῆτε ὅτι ἔχετε ἐνώπιόν σας, οἱονδήποτε τωρινὸν οἰκοδόμημα. Ὅλαι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ καὶ γλυπτικαὶ λεπτομέρειαι, αἱ περίοδοι, αἱ φράσεις, αἱ λέξεις, αἱ τελεῖαι, τὰ κόμματα, οἱ τόνοι, τὰ πνεύματα, τὰ πάντα διαβάζονται ἀνέτως, ὅπως τὰ γράμματα κρατούμενης ἐφημερίδος εἰς τὰ χέρια σας. Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σαφήνεια.

Ἡ δύναμις λοιπὸν τοῦ Φωτός, ὁ διαπερασμὸς αὐτοῦ, ἡ διαφάνεια τοῦ ἀέρος, ἡ διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς εἶναι καταπληκτική. Εἰς οἱονδήποτε ὕψωμα καὶ ἂν ἀναβῆτε, βλέπετε ἕνα κόσμον ὁλόκληρον. Ἔχετε διὰ τῆς ὁράσεως τὴν αἴσθησιν παντὸς ὅ,τι σᾶς περιβάλλει.

Ὅλα ἀπὸ τῶν μεγάλων μέχρι τῶν μικροσκοπικῶν: Φαίνονται. Τὸ κάθε τι ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι, θέλει νὰ φαίνεται σὰν Ἕλλην πηγαίνων περίπατον. Καὶ τόσον ὅλα θέλουν νὰ φαίνωνται, καὶ φαίνονται τόσον, ὥστε μετὰ τὴν δύσιν ἕνα λεπτὸν δένδρον ἱστάμενον ἔσωθεν τοῦ σκιεροῦ ἀνατολικοῦ τείχους τῆς Ἀκροπόλεως καὶ γραφόμενον τριχοειδῶς εἰς τὸν ὄπισθέν του φωτεινότερον ἀέρα λέγει… εἰς τὸν περιπατητὴν τῆς Ζαππείου πλατείας μέχρι τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας: Φαίνομαι καὶ ἐγώ.

Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τέχναι ὅλαι. Εἰς τὴν φυσικὴν αὐτὴν βάσιν στηριζόμενος ὁ νοῦς θὰ δημιουργήσῃ τὸ εἶδος τῆς γραφῆς τῆς Γραμμῆς, πρωτίστως εἰς τὴν Ζωγραφικήν, Γλυπτικήν, Ἀρχιτεκτονικὴν καὶ εἰς ἁπάσας τὰς Τέχνας δι᾿ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἀντικείμενα τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην θὰ εἶναι διαυγεστάτη.

Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρώτιστον χαρακτηριστικόν της ἑλληνικῆς γραμμῆς. Καὶ μόνον αὐτὸ θὰ ἤρκει νὰ ἐπιφέρῃ ὡς συνεπείας διὰ τὴν τεχνικὴν γραμμὴν ἕνα πλῆθος ἄλλων χαρακτηριστικῶν, περὶ τώυ ὁποίων δὲν πρόκειται ἐδῶ. Ἤτοι καὶ ἀμυδρῶς: Ὁ μόνος ρυθμιστὴς τῶν Τεχνῶν εἶναι τὸ πῶς φαίνεται. Λοιπὸν ἐδῶ φαίνονται τὰ πάντα. Ἄρα ὅλαι αἱ γραμμαί, ἄρα καὶ αἱ λεπτόταται. Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς παντοῦ καὶ πανταχόθεν ἡδονικῆς γραμμῆς. Φαίνεται: ἄρα δυνατὸν νὰ λεπτυνθῇ ἐπ᾿ ἄπειρον. Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς λεπτότητος. Φαίνεται ἄρα θὰ κτυπᾷ ἄσχημα κάθε ὑπερβολικὴ ἐξόγκωσις, κάθε φόρτωμα. Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς ἐλλείψεως τοῦ πλήθους, τοῦ ὄγκου, τοῦ βάρους. Φαίνεται ζωηρότατα τὸ κάθε τι. Ἰδοὺ τὸ δυνατὸν διὰ τῶν ἐλαφροτάτων κυμάνσεων τῆς γραμμῆς, ἡ περιγραφὴ καὶ ἔκφρασις ψυχικῶν καταστάσεων καὶ παθῶν. Φαίνεται: ἰδοὺ τὸ δυνατόν της ἐντελοῦς εὐγενείας δι᾿ ἐλαχίστων αἰθερίων γραμμῶν.

Τώρα πῶς γράφονται; πῶς γράφουν τὴν φύσιν των; πῶς ἐκφράζουν τὴν φυσιογνωμίαν των; τί γράφουν; τί ἐκφράζουν καὶ τί λέγουν καὶ τί τραγουδοῦν ὅλαι αἱ ὗλαι τῶν χωμάτων, βραχωμάτων, ἀναιβοκαταιβασμάτων, τῶν λόφων, τῶν ὀρέων ὅλων, μέχρι τῶν ὑπερπελαγίων, μέχρι τῶν οὐρανοθιγῶν ὀρογραμμῶν ποὺ περιλαμβάνει ὁ ὀφθαλμός, ἑξαιρουμένου τοῦ καμηλογράμμου Λυκαβηττοῦ, ποὺ αἴρεται ἐνίοτε σὰν Ἀραράτ, ποῦ εἶναι ξένος γεωλογικῶς καὶ διατηρεῖ τὴν ξένην του φυσιογνωμίαν, ὅπως ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς ναούς μας;

Τί εἶναι, πῶς εἶναι, τί φωνάζει ὅλη αὐτὴ ἡ κοσμικὴ ὕλη; Πουθενὰ μαυρίλα, πουθενὰ θηριωδία, πουθενὰ πάλη, πουθενὰ μῖσος, πουθενὰ κτηνωδία, πουθενὰ ὀξύτης, πουθενὰ χολή, πουθενὰ ἀπαισιοδοξία, πουθενὰ τεραστιότης, πουθενὰ ὄγκος, πουθενὰ κόμπος, πουθενὰ ἀνάμιξις, πουθενὰ σύγχυσις, πουθενὰ θεομανία, πουθενὰ βαρυσοφία, πουθενὰ ἀπελπισία, πουθενὰ βαρυθυμία, πουθενὰ καρηβαρία, πουθενὰ συλλογισμός.

Παντοῦ φῶς, παντοῦ ἡμέρα, παντοῦ τερπνότης, παντοῦ ὀλιγότης, ἄνεσις, ἀραιότης· παντοῦ εὐταξία, συμμετρία, εὐρυθμία· παντοῦ ἡμερότης, χάρις, ἱλαρότης· παντοῦ παίγνιον ἑλληνικῆς σοφίας, διάθεσις γελαστική, εἰρωνία Σωκρατική· παντοῦ φιλανθρωπία, συμπάθεια, ἀγάπη· παντοῦ ἵμερος, πόθος ᾄσματος, φιλήματος· παντοῦ πόθος ὕλης, ὕλης, ὕλης· παντοῦ ἡδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ὡραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος· παντοῦ πέρασμα ἀέρος θουρίου, ἀέρος ὁρμῆς, ἀέρος ἀλκιμότητος, σφριγηλότητος καὶ παντοῦ μαζὺ πέρασμα ἀέρος μελαγχολίας καλλονῆς, λύπης καλλονῆς, θρήνου θνήσκοντος Ἀδώνιδος. Καὶ παντοῦ ἀὴρ φωτεινοῦ θουρίου δένων τὰ μέλη καὶ μαζὺ ἀὴρ φλογέρας λύων τὰ μέλη μὲ ἡδυπάθειαν. Καὶ παντοῦ πέρασμα ἀέρος φέρον ὀλοφυρμοὺς Ἀφροδίτης καὶ μαζὺ δυνατὸν Σατυρικὸν ὀξύ.

Ὅλοι οἱ βράχοι, τὰ βουνά, κάθονται ἕνα ἕνα, σὰν ὡραῖαι γυναῖκες τοῦ λαοῦ σεμνὰ ρεμβάζουσαι, σὰν μητέρες κρατοῦσαι εἰς τὴν ἀγκαλιὰ των ὡραῖα παιδιά, σὰν Βυζαντιναὶ Παναγίαι γέρνουσαι ὀλίγον τὸ κεφάλι των μὲ σοβαρὰν ἀγάπην· οἱ μικροὶ κάθονται εἰς τὰ πόδια τῶν μεγάλων σὰν νέαι πλαγιάζουσαι τὸ κεφάλι των εἰς τὰ γόνατα τοῦ ἐραστοῦ των καὶ θωπευόμεναι καὶ ρεμβάζουσαι.

Εἴτε Ὑμηττός, εἴτε Ἀρδηττός, εἴτε Αἰγάλεων, εἴτε Πάρνης καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ σὰν νευρώδης ἀλκιμότης ἀρκαδικοῦ ἐφήβου Πεντελικόν, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν χιονοφόρον ροδαυγάζουσαν κορυφήν του ἀνατεινομένην πρὸς τὸν ρόδινον θόλον, ὅλα ὡραῖα στολισμένα λέγουν ἁπλῶς σὰν ἀγάλματα, σὰν ἐπιτύμβιοι μορφαί: εἴμεθα ὡραῖα. Μὲ τελείαν ἔλλειψιν ἀνυψώσεων καὶ ἐπικλίσεων καὶ πηδήσεων πρὸς τὰ οὐράνια καταβλέπουν προσηλωμένα λατρεύοντα τὴν γῆν, ὡς καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ Πεντελικὸν ὂν σὰν Ἄρτεμις κατερχομένη ὅρους, καταβλέπουν, ὅπως οἱ παλαιοὶ ναοὶ μὲ τὰς ἐναερίους πτέρυγας ἐπικλινεῖς, ὅπως τὰ ἀγάλματα, ὅπως οἱ Βυζαντινοὶ Θόλοι, ὅπως οἱ Ἕλληνες ἅγιοι οἱ στολισμένοι, εὐχαριστημένοι, λαμπροί, ἱλαροί, σὰν βλέποντες ἐμπρός των ὡραῖα στρωμένον τραπέζι καὶ ὀσφραινόμενοι ὀβελίαν.

Εἶναι φανερά, μία μόνη Γραμμή, ἀναβαίνουσα ἁπαλωτά, καταβαίνουσα γλυκύτατα, κυματίζουσα μὲ μεγάλα ἤρεμα κύματα, ἀναβαίνουσα ἁρμονικά, καταβαίνουσα συμμετρικά, γράφουσα εἰς τὸν δρόμον της ὡραῖα καμπυλώματα, ἀνυψουμένη κάποτε μὲ νευρωδεστάτην ἐφηβικὴν λιγυρότητα πρὸς ἓν φίλημα ὑψηλοῦ ἀέρος καὶ μὲ ἐλαφρότητα γλάρου ἐπανερχομένη πάλιν εἰς ἕνα μαλακόν της ρυθμόν.

Εἶναι μία μόνη γραμμή, σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα τὰ οἰκοδομήματα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο, ὅλα τὰ ἀγάλματα σὰν δίδυμα ἀδέλφια καὶ κανὲν ὅμοιον μὲ τὸ ἄλλο, σὰν τὴν Βυζαντινήν μας τέχνην, σὰν τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ εἶναι κυρίως ἕνα τραγούδι καὶ κανένα ἐντελῶς ὅμοιον, σὰν τὴν γῆν μας ποὺ εἶναι μία εἰς τὸ σύνολον καὶ κάθε βῆμα ἀνομοία, σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι: ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων.

Εἶναι μία μόνη γραμμὴ καμπύλη. Παντοῦ μία ἁπλουστάτη, μαλακωτάτη καμπύλη, ὑγρὰ καὶ φευγαλέα σὰν τὰς μεγάλας καὶ ἡρέμους ἀναπνοὰς τῆς θαλάσσης, σὰν τὰ μεγάλα ἥμερα κύματα, παράγουσα μίαν βαθυτάτην αἰσθητικὴν ἡδονήν. Ἡ εὐθεῖα γραμμή, μία ὀρθὴ γραμμὴ ἑνὸς μονοκοκκάλου ἄγγλου, μίας λογχοειδοῦς ἀγγλίδος, εἶναι γραμμὴ προξενοῦσα δύναμιν, γεννῶσα ἀντίστασιν, εἶναι γραμμὴ ἀποκρουστική. Μία καμπύλη γραμμὴ λόφου, μαλακὰ καμπυλωμένος λαιμὸς γυναικός, εἶναι γραμμὴ γεννῶσα συμπάθειαν, πόθον θωπείας, ἕλκουσα τὸ φίλημα, εἴτε γυναικὸς εἴτε λόφου γραμμὴ εἶναι ἡ ἕλκουσα προφανῶς τὸ χέρι διὰ τὴν ἁπαλὴν θωπείαν, ζητητικὴ θωπείας. Καὶ εἶναι παραδοξότατον ὅτι θαυμάζεται τόσον ἡ ἰδέα τῶν καμπυλῶν τοῦ Παρθενῶνος, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἀληθὴς καλλιτέχνης ἔχων νὰ ὑψώσῃ γραμμὰς εἰς ἕνα λόφον τῆς Ἀττικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὐδὲν ἄλλο ὑπ᾿ ὄψιν παρὰ ν᾿ ἁρμονίσῃ τὰς γραμμάς του πρὸς τὴν τριγύρω ἁρμονικὴν καμπύλην.

Μία λοιπὸν γραμμὴ καμπύλη σαφεστάτη, ἁπλουστάτη, ἡδονικωτάτη, ἁρμονικωτάτη, μουσικωτάτη, μὲ μίαν αἰθεριωτάτην εὐγένειαν καὶ ἕνα μέθυ μελαγχολίας, παραλλάσσουσα εἰς κάθε βῆμα, ὅσον παραλλάσσει τὸ ἓν κῦμα ἀπὸ τὸ ἄλλο.

Καὶ εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς ὁποίας βλέπομεν τὸ ὁμοίωμα εἰς ὅλα τὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα καὶ καλλιτεχνήματα, εἰς τὰς Βυζαντινὰς Παναγίας καὶ τοὺς ἁγίους, εἰς τὰ δημοτικὰ τραγούδια, εἰς τὸ παλληκάρι καὶ τὸν σημερινὸν νέον χωρικόν, νέαν χωρικήν, τῶν ὁποίων ὅλων τὸ σῶμα εἶναι ἁπαλόγραμμον, ἁπαλαὶ ὅλαι αἱ κινήσεις καὶ ἐκφράσεις, καὶ τὸ πρόσωπον περιβάλλει τὸ αὐτὸ μέθυ ὡραίας μελαγχολίας, ἐκφράζον τὸ παράδοξον αὐτὸ μίγμα ποὺ εἴμεθα, ἐλαφρᾶς ἑορτῆς καὶ σεμνῆς τινος καὶ μελαγχόλου μετὰ περισκέψεως ἐνατενίσεως.

Μία μόνη γραμμὴ καμπύλη, περιφερικὴ καὶ μουσικωτάτη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων παραλειπομένων ἐδῶ χαρακτηριστικῶν, ἡ δυνατωτέρα ἐντύπωσις εἶναι ἡ μουσική. Εἶναι ἡ αὐτὴ ἐντύπωσις ὅπως ἀπὸ τῶν ὡραιοστολισμένων καὶ ἀραιοπιασμένων σωμάτων τοῦ κυκλοειδοῦς χοροῦ μας νέων, ἀρρένων καὶ θηλέων, σωμάτων ρυθμικὰ κυμαινομένων καὶ ᾀδόντων τοὺς πόθους καὶ τὰς λύπας τοῦ γενετησίου εἰδυλλίου. Βλέπων κανείς, νομίζει ὅτι ἀκούει πάντοτε, ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν γηίνων γραμμῶν, τὸ συναδέλφωμα καὶ τὸ συμφίλημα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς λύπης τοῦ ᾄσματος, τὸν ὁποῖον ἀφίνει ὡραῖος χορὸς καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπό τῆς ὁράσεως προξενουμένη εἰς τὴν ἀκοὴν μουσική, σὰν παραφόρου Ἀφροδίτης μακρυνὸν κλάψιμον διὰ πληγωμένον Ἄδωνιν, τὸν ὁποῖον παράγει τὸ κορύφωμα τῆς ὡραιοτάτης ποιητικῆς συγκινήσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν χῶμα.

Τώρα μὲ αὐτὴν τὴν εἰκόνα βαθύτατα ἐντυπωμένην, τὴν αἴσθησιν τῆς τάξεως, εὐρυθμίας, ἁρμονίας, ἀγαθότητος, τερπνότητος, στρέψατε τὰ μάτια σας πρὸς τὴν πόλιν· θὰ ἐννοήσετε, θὰ ἰδῆτε ἀμέσως, ὅτι ὁ κόσμος αὐτὸς αἰσθητικῶς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν φύσιν, δὲν εἶναι φυσικός, δὲν εἶναι λογικός, εἶναι ξένος, βαρύς, ὀγκώδης, τερατώδης, ἐφιαλτικός, τυμπανοκρουστικός, κόσμος ταραγμένος ἀπὸ σεισμόν. Ἔλθετε γρήγορα εἰς τὴν πόλιν· σταθῆτε εἰς ἕνα δρόμον ὁπουδήποτε· ὁδὸν Σταδίου, ὁδὸν Ἑρμοῦ· μείνατε, μείνατε ὥραν πολλὴν καὶ κρατοῦντες δυνατώτατα ζωηροτάτην τὴν πρώτην εἰκόνα καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς αἴσθησιν, ἀφήσατε ἀναλύοντες τὴν αἰσθητικήν σας ἐντύπωσιν, νὰ σᾶς ἐντυπωθῇ ἡ νέα εἰκών.

Παρατηρήσατε καλὰ καλά, τὰς γραμμὰς ὅλας, ἑνός, δύο, πέντε, δέκα οἰκιῶν. Καὶ τοῦτο διότι, εὐκολώτερον ἀπὸ ὅ,τι εἰς τὴν Ζωγραφικὴν καὶ τὴν Γλυπτικήν, δυνάμεθα νὰ διαβάσωμεν τὴν γραμμὴν εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικήν, διότι εἶναι εἰς τὸ φῶς καὶ εἶναι γραμμένη χονδροειδέστερα καὶ ὑποπίπτει εὐκόλως καὶ χονδρικῶς εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ καθενός. Κάθε γραμμή, κάθε ἐξοχή, κάθε κόσμημα, ὅλα φανερώτατα, ὁρατότατα, διαυγέστατα γραμμένα, φαινόμενα ἀπὸ ἀπώτατα. Θὰ αἰσθανθῆτε ὅτι εἶναι, σὰν νὰ ἐξέρχεσθε ἀπὸ ἕνα δωμάτιον, τοῦ ὁποίου κάθε γραμμὴν ἐνηρμόνισεν ἕνας ἀριστοτέχνης καὶ εἰσέρχεσθε εἰς ἕνα δωμάτιον μετακομιζομένων ἐπίπλων.

Ὄγκοι προτεταμένοι, βαρεῖς, ἄξεστοι· γραμμαὶ κοκκαλιάρικαι, γωνιώδεις, κεραυνικαί, τσακισμένοι, σύγκρουσις, παραζάλη ὄγκων, σύγκρουσις παραζάλη γραμμῶν· πλῆθος γραμμῶν. Νομίζει κανεὶς ὅτι εἶναι φωτογραφία ἐγκεφάλου ἑνὸς τωρινοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὰς γρονθοκοπουμένας ἰδέας του ὅλας γραμμογραμμένας, σὰν κεφάλι, ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τοῦ ὁποίου ἐπέρασεν ἡ βοῦρτσα καθ᾿ ὅλας τὰς διευθύνσεις. Μία φωνή, μία παραφωνία γραμμῶν, ποὺ εἶναι νὰ πιάνῃ κανεὶς τὰ μάτια του. Ὅλα τὰ μεθυσμένα σπίτια μὲ τὰ πλήθη, μὲ τὰς γραμμάς των ὅλας, συγκρουομένας εἰς τὸν ἥλιον, ὅλα θὰ σᾶς κάμουν τὴν ἐντύπωσιν ποὺ κάμνει ἕνα ταβοῦλι καὶ μία καραμοῦζα, ποὺ κτυποῦν εἰς ἕνα κεφάλι ποὺ τὸ ἔχει κτυπήσει ρετσινάτο μεσημέρι Ἰουλίου, καὶ χορεύει τρεκλίζον. Ἂν συναντήσετε τὰ σπίτια, τῆς τελευταίας ὥρας, τοῦ Ἀξελοῦ, καὶ εἶσθε νεοφερμένος βαθύπλουτος ἐκ Καρτούμ, ἀμέσως θὰ σᾶς ἔλθῃ ἡ ἰδέα νὰ ἱδρύσετε φρενοκομεῖον διὰ τὰ τρελλὰ σπίτια.

Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσετε καλύτερα, ζητήσατε τὰς ὑπερβολάς. Κανένα πρᾶγμα δὲν εἶναι χρησιμώτερον τοῦ ἀσχήμου πρὸς εὕρεσιν τοῦ ὡραίου· κανένα πρᾶγμα δὲν εἶναι ὠφελιμώτερον πρὸς νόησιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, ἀπὸ τὰ Εὐρωπαϊκὰ πράγματα ποὺ μᾶς ἔφεραν καὶ μᾶς ἔστησαν ἐδῶ, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἡμετέρων, τίποτε καλύτερον ἀπὸ τὰ τερατουργήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐφιλοτέχνησαν οἱ Ἑσπεριοειδεῖς Τσούσηδες εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις. Παρατηρήσατε τὴν οἰκίαν Νικολούδη, ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τὴν καταθυμωμένην ἀπὸ τὴν ἐλεφαντίασιν ποὺ πάσχει. Ἐλᾶτε, σταθῆτε ἐμπρὸς εἰς τὸ κτίριον τῆς Ριζαρείου Σχολῆς εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, εἰς τὸ κτίριον τοῦ Ἀρσακείου εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου· δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ δυνατωτέρα, ὑπερβολικωτέρα, αὐθαδεστέρα καὶ ἀμαθεστέρα γραφή, ὅλων τῶν ἄλλων, παντοῦ ἀλλοῦ ἀρχιτεκτονικῶν γραμμῶν· ὅ,τι παραφροσύνην ἔκαμεν ὁ Ἀξελὸς μὲ τὰς γραμμάς, ὁ Δημάδης ἐδῶ τὴν ἔκαμε μὲ τοὺς ὄγκους. Μὴ φοβεῖσθε, μὴ σᾶς μέλλει, ὅτι ὑπάρχουν ἐπιτροπαί, ἀρχιτέκτονες, ἐπιθεωρηταὶ δημοσίων ἔργων (;), Πολυτεχνεῖα. Παρατηρήσατε, μὲ τὰ ἁπλᾶ σας μάτια, ἀνθρώπων ἁπλῶν, σὰν ἐμένα, μὲ τὴν ἁπλὴν λογικήν, ἁπλοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μὴ ἐξετάσετε τὰ ἀρχιτεκτονικὰ αὐτὰ τέρατα· θὰ τὰ ἰδοῦμεν ἀναλυτικῶς εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀρχιτεκτονικῆς.

Παρατηρήσατε μόνον τὶ ὄγκοι, τὶ ἀσυναρτησία, τὶ σὺγκρουσις, τὶ βάρος, τὶ πλῆθος, τὶ χωριατιά, τὶ ἀνοικονόμητα πράγματα, τὶ ἄκρυπτα· νομίζετε ὅτι εἶναι ἐμπρός σας ἕνας ἄθλιος ἑκατομμυριοῦχος, μὲ φουσκωμένην γαστέρα, μὲ γοῦνες, ψηλὰ καπέλλα, μὲ ἁλυσίδας, μὲ μπαστούνια, μὲ κολλάρα, ὅλα ξυπασμένα, τεντωμένα εἰς ἕνα φούσκωμα, τόσον θρασὺ καὶ ἐνοχλητικὸν καὶ ἐπιμόνως ἐπιβλητικόν, ὥστε νὰ προκαλῇ τὸν πόθον τοῦ ραπίσματος. Ἀφαιρέσατε ὅσους ὄγκους θέλετε· ἁπλοποιήσετε ὅσον θέλετε τὴν ἀρχιτεκτονικήν των γραφήν, τακτοποιήσατέ την ὅσον θέλετε, θὰ μείνῃ πάντοτε: ἡ Εὐρωπαϊκὴ γραμμή. Πετάξατε ὅσον θέλετε τοὺς κεραυνοὺς ποὺ ἔχει τὸ σπίτι τοῦ Π. Λεβίδου, εἰς τὴν διασταύρωσιν ὁδοῦ Πατησίων καὶ λεωφόρου Ἀλεξάνδρας· θὰ σᾶς μείνῃ πάντα τὸ σπιτάκι ποὺ βγάζετε ἀπὸ τὰ κουτιὰ τῶν γερμανικῶν παιγνιδιῶν καὶ μὲ τὸ χρῶμά του.

Ἡμεῖς δὲν ἠρχίσαμεν νὰ αἰσθανώμεθα διόλου, δὲν ἐννοοῦμεν διόλου τὴν γραμμὴν· ἀπόδειξις ἡ βαρβαρογραφία τῆς τωρινῆς ἀρχιτεκτονικῆς γραμμῆς· ἡ νεκρικὴ ἀκαμψία τῆς γλυπτικῆς γραμμῆς· ἡ παχύτης καὶ ξηρότης ἢ παραλυσία τῆς ζωγραφικῆς γραμμῆς· ἡ ἀναισθησία εἶναι πληρεστάτη· ὅπως εἰς ὅλα καὶ εἰς αὐτὸ αὐτοκολακευόμεθα, ἀλληλοκοροϊδευόμεθα. Καὶ τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς καὶ τῆς Γλυπτικῆς καὶ τῆς Ζωγραφικῆς καὶ τοῦ κάθε ἐπίπλου καὶ τοῦ κάθε τινὸς ποὺ ἔχομεν τώρα, τῶν πάντων αἱ γραμμαὶ καὶ τὰ πάντα εἶναι χονδροειδῆ ἀπομιμήματα τῆς Εὐρωπαϊκῆς αἰσθητικῆς. Τῶν ἁπαξαπάντων βάσις εἶναι ἡ Εὐρωπαϊκὴ γραμμή. Εἶναι ἀντιγραφὴ αὐτῆς καὶ ἀμαθὴς μάλιστα καὶ χονδροειδὴς μάλιστα καὶ βαναυσοτάτη μάλιστα καὶ μαλλιὰ κουβάρια μάλιστα. Καὶ ὄχι μόνον ἡ κάθε γραμμή, ἀλλὰ καὶ τὸ κάθε κτίριον ὅλον, ἕως καὶ αὐτὸ τὸ Γερμανοελληνοειδὲς Πανεπιστήμιον καὶ τὸ κάθε ἄγαλμα ὅλον καὶ τὸ κάθε ζωγράφημα ὅλον καὶ τὸ κάθε τί μας ὁλόκληρον, ἕως τὴν τελευταίαν πτύχωσιν τοῦ κάθε παραπετάσματος καὶ τῶν κουρελικῶν πανιῶν τῶν νεκροφόρων, ἀπὸ τὰ μαρμαρόσπιτα ποὺ ζῶμεν ἡμίνεκροι ἕως τὰ μαρμαρόσπιτα ποὺ τρυπώνομεν νεκροί.

Ἴδωμεν λοιπὸν τὴν Εὐρωπαϊκὴν αὐτὴν Γραμμὴν ποῦ ἐγεννήθη, τὶ εἶναι, διατὶ εἶναι ὅ,τι εἶναι καὶ διατὶ εἶναι ξένη καὶ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἐδῶ, καὶ δὲν στέκεται καὶ δὲν χωνεύεται ἐδῶ, διότι εἶναι: βάρβαρος.

Οἱ Εὐρωπαῖοι, ἐννοῶ οἱ ἐντελῶς ἀνεπτυγμένης διανοίας καὶ αἰσθήσεως, ποὺ ἔρχονται ἐδῶ, ὅ,τι αἰσθάνονται ἀπὸ τὴν φύσιν μας, αἰσθάνονται καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν μας. Ὅπως ἀπὸ τὴν φύσιν μας καταλαμβάνονται ἀπὸ ἕνα αἴσθημα ἐλαφρότητος, ἡδονῆς, χαρᾶς, διαθέσεως ἑορταστικῆς καὶ νεανικότητος καὶ τρέχουν εἰς τὸν ἥλιον, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, σὰν πάπιες ποὺ βγαίνουν ἐνθουσιασμέναι ἀπὸ τὸ νερόν, οὕτω καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν μας τὴν ἡλιογελῶσαν καὶ λευκογελῶσαν, ἡ ψυχή των ἡ γεμάτη ἀπὸ εἰκόνας παχνιασμένων φύσεων καὶ καπνισμένων πόλεων, δέχεται μίαν ἐντύπωσιν ἁπλότητος, ἐλαφρότητος, χαρᾶς, τὴν ὁποίαν ὅλοι διετύπωσαν εἰς τὰ βιβλία των. Ἀλλ᾿ ὅ,τι δι᾿ αὐτοὺς εἶναι λεπτόν, δι᾿ ἡμᾶς εἶναι χονδρόν, τὸ κάθε τί των δι᾿ ἡμᾶς εἶναι βαρβαρότης. Ὀφείλει νὰ εἶναι βαρβαρότης. Διότι ὁ Εὐρωπαῖος εἶναι φύσει βάρβαρος. Συνεπῶς βάρβαροι καὶ ὅλαι του αἱ ἐκδηλώσεις. Μὴ ταράσσεσθε παρακαλῶ ἀπὸ τώρα, διότι σᾶς πειράζω τοὺς εὐγενεῖς Εὐρωπαίους, μὴ παραλαμβάνετε εἰς τὸ φιλότιμον καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ φύσις εἶναι ἀγρία. Συνεπῶς ἄγριοι φύσει καὶ ὅλοι της οἱ λαοί. Οἱ Εὐρωπαϊκοὶ λαοί, ἀγρίων φύσεων γεννήματα καὶ ἐξαισίους ἀγῶνας καταβάλλοντες καὶ ἂν πηδήσουν εἰς τὸν οὐρανόν, δὲν ἡμερώνουν καὶ δὲν ἐξευγενίζονται εἰς 5 αἰῶνας, ὅπως δὲν ἐξευγενίζεται ἕνας χωριάτης -ἀναλογία ἀκριβὴς- εἰς 5 ἡμέρας. Καὶ εἰς τὰ ἐξαιρετικὰ ἀκόμη ἄτομα -τὰς μεγαλοφυΐας- τὰς φωτολουομένας εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ βυθιζομένας εἰς τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν φῶς, διακρίνονται καθαρώτατα γραμμένα εἰς τὰ ἔργα των, ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀγρίου, τοῦ βαρβάρου, τοῦ Δαντείου, Σαικσπηρείου, Μιχαηλαγγελείου θυμοῦ, τοῦ ἀρχοντοχωριατισμοῦ, τοῦ πλήθους, τοῦ ὄγκου, τοῦ φόρτου, τοῦ παραζαλισμοῦ. Ἔλθωμεν λοιπὸν νὰ ἴδωμεν τὴν Εὐρωπαϊκὴν Γραμμήν.

Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Γραμμὴ εἶναι γέννημα φυσικὸν καὶ μοιραῖον τῆς Εὐρωπαϊκῆς φύσεως. Ἐκεῖ γῆ μαύρη, γῆ βρεγμένη, παχεῖα, βαρεῖα. Ἐκεῖ ὁμίχλη, πάχνη, συννεφιά, βροχή, χιόνι, κρύον. Ἐκεῖ βουνὰ ἐπὶ βουνῶν, θυμωμένα, παλαίοντα, γιγαντιαῖα. Ἐκεῖ δάση δασῶν πυκνότατα· κάθε δένδρον, ὄγκος, δύναμις, ἀντοχὴ κάθε κλάδος ξύλινος. Ἐκεῖ κάθε ἄνθρωπος ἑκατονταδυνατώτερος διὰ νὰ ἀνθέξῃ. Κάθε σπίτι κλεισμένον, κάθε σῶμα τυλιγμένον. Κάθε σπίτι καίει κόκ, κάθε σῶμα καίει ἀλκόλ.

Ἀπὸ τὸν οὐρανόν, τὸ χῶμα, τὸ βουνόν, τὸ φυτόν, τὸν ἄνθρωπον, τὸ ἀλκόλ, τὸ κόκ, τὸ κρύον, τὴν πάχνην, τὴν ὁμίχλην, τὴν καπνιάν, ἐγεννήθη φυσικά, μοιραῖα καὶ ἁρμονικά, ἡ Εὐρωπαϊκὴ Γραμμή.

Καὶ τὸ κάθε βουνόν, φυτόν, ζῷον, ἀνθρώπινον ὄν, κρύβει μέσα του, βαθειά, τὴν ζωὴν του -διὰ νὰ μὴ τὴν χάσῃ- σκεπάζεται μὲ τὰ βαρύτερα, ὀγκωδέστερα, θυμωδέστερα καὶ δυνατώτερα ἐξωτερικὰ φορέματα, ὑψώνεται μὲ μίαν ἡράκλειον ἀγρίαν δὺναμιν καὶ ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὅλον του τὸ πρόσωπον, ἐκφράζει δυνατώτατα καὶ τραγικώτατα: θέλω νὰ ζήσω. Καὶ ἐπάνω εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ πρόσωπον τὸ κλεισμένον καὶ ἐκφράζον δραματικώτατα τὴν ὑπερέντασιν τῆς ἀντοχῆς, τὴν θέλησιν τῆς ζωῆς μὲ βουνὰ θυμωμένα, μὲ ἀγριοχοίρους ὁρμῶντας, καὶ δένδρα μὲ τρίχωμα ἀγριοχοίρων καὶ ἀνθρώπους μὲ φόρεμα ἀρκούδας, ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐξηγριωμένα, ἐφορμοῦν ραβδίζοντα, μὲ κατακλυσμοὺς βροχῶν, καταρράκτας χαλαζῶν, ποταμοὺς χιόνων, καταιγίδας νεφῶν καὶ ἀνέμων περισειόντων καὶ περιδιπλούντων ξηρὰς καὰ θαλάσσας, συνταρασσομένας καὶ μυκωμένας εἰς τὸ λυπηρὸν ὁμιχλόφως.

Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐκεῖ γέννημα τῆς φύσεως, ὅμοιος μὲ τὴν φύσιν του, εἶναι εἰκὼν καὶ ὁμοίωμα αὐτῆς μοιραῖον, ἠναγκασμένον νὰ ἐναρμονισθῇ διὰ νὰ ζήσῃ. Ἐκφράζει ἑαυτὸν δι᾿ ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ζωῆς του, ἐκφράζει αὐτὴν ἥτις τὸν πλάττει καὶ τὸν κρατεῖ πειθήνιον ἐπὶ ποινῇ θανάτου. Ὅλη λοιπὸν ἡ ἀγωνία τῆς ὑπάρξεως, ὅλη ἡ ταραχή, ὅλος ἡ ἀγών τῆς ἀντοχῆς, ὅλον τὸ struggle for life -ἀγωνίζομαι ὑπερανθρώπως κάθε ἡμέραν, ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ, διὰ νὰ φάγω, καύσω καὶ μὴ πεθάνω τὸ βράδυ- γράφεται καθαρώτατα, εἰς ἁπαξαπάσας τὰς ἐξωτερικεύσεις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος, ἀπὸ τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν καὶ ὅλων τῶν ἐκφράσεων τῶν μεγαλοφυϊῶν εἴτε εἰς τὴν Ἀρχιτεκτονικήν, εἴτε εἰς τὴν Ζωγραφικήν, εἴτε εἰς τὴν Γλυπτικήν, εἴτε εἰς τὴν Φιλολογίαν εἰς τὰ πάντα μέχρι τῶν ἐλαχίστων καὶ εἶναι ἁρμονικώτατος πρὸς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον.

Ὁ δυνάμενος νὰ μελετήσῃ, ἀναλύσῃ, γεωλογικῶς, φυτικῶς, αἰσθητικῶς, νὰ ζωγραφίσῃ τὰς Ἀλπεις καὶ νὰ δώσῃ τὴν χαρακτηριστικὴν εἰκόνα των, φύσιν χωμάτων, γραμμῶν, φυτῶν, χρωμάτων, θὰ ἔδιδε συγχρόνως τὴν χαρακτηριστικὴν εἰκόνα τῆς ψυχῆς τοῦ Εὐρωπαίου, τὴν οὐσιώδη αἰσθητικὴν ὁλοκλήρου της Εὐρώπης, ἡ ὁποία ἂν καὶ διαφέρουσα φυσικῶς κατὰ τὰς λεπτομερείας κατὰ τόπους, εἶναι μία κατ᾿ οὐσίαν καὶ οὔτε αὐτὴ ἡ Ἰταλία δύναται νὰ ἀποσπασθῇ, οὔτε αὐτὴ ἡ φωτεινὴ Ἰταλία, -ἡ τόσον πλησίον μας-ὅπου ἐσπάρη καὶ ἐφυτεύθη ἀκόμη καὶ τόσον ἑλληνικὸν αἷμα.

Καὶ ἡ αἰσθητικὴ αὐτὴ ἡ μία, εἶναι μία καὶ εἰς τὴν γραμμήν. Καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ εἶναι ἄξεστος, χονδρή, συνταραγμένη, δυνατή, ἀγρία, ἐξωτερίκευσις ἀγρίων δυνάμεων καὶ παθῶν, ὅπως ἡ φύσις ἡ ὁποία τὴν ἐπιβάλλει καὶ τὴν ὁποίαν ἐκφράζει, εἶναι ὁ βάρβαρος. Καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ εἰς τὸ ἀμυδρόφως, πεπλωμένη μὲ ὁμίχλην, ἐνδυμένη μὲ καπνιάν, σχηματίζει ἀορίστους, μαλακούς, ἀμυδρούς, ὄγκους ἁρμονικούς.

Καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ δὲν ἔχει τίποτε νὰ κάμῃ μὲ ἡμᾶς, καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ δὲν χωρεῖ ἐδῶ, μεταφερομένη ἐδῶ, ἀπογυμνουμένη, κτυπουμένη ἀνηλεῶς ἀπὸ τὸ θεῖον φῶς τὸ μασκαρεῦον, τὸ φονεῦον κάθε τι ξένον, εἶναι ἀποτρόπαιος.

Περιέλθετε τώρα ὅλην τὴν πόλιν, ἀφήσατε τὴν ψυχήν σας νὰ γεμίσῃ ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀποτροπαίους εἰς τὸ φῶς ὄγκους, ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν γραμμῶν εἰς κάθε κτίριον, ἀπὸ τὴν σύγκρουσιν τῶν γραμμῶν, νὰ τῆς καθίσουν ὅλοι οἱ ὄγκοι, νὰ τὴν ζαλίσουν ὅλαι αἱ γραμμαί.

Καὶ πηγαίνετε ἔπειτα νὰ σταθῆτε ἐμπρὸς εἰς τὰς οἰκίας τοῦ ἀρχιτέκτονος Μεταξᾶ· εἰς τὴν Λεωφόρον Ἀμαλίας τὴν οἰκίαν Πάλλῃ ἐμπρὸς εἰς τὸ σπίτι του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κανάρη. Αἰσθάνεσθε ἕνα αἴσθημα ἀνακουφίσεως, νοήσεως, εὐχαριστήσεως· σᾶς ἀνακουφίζει ἡ ἁπλογραμμία, ἡ σχετικὴ ἁπλότης, τάξις, ἁρμονία, εὐγένεια, λεπτότης· διότι βλέπετε ἓν ἁπλοῦν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ μάτια του καὶ τὰ αὐτιά του εἰς τὴν θέσιν των, ἕνα πρόσωπον γνωριμώτερον, σεμνόν, ἁπλοῦν, μειδιῶν, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὴν εὐχαρίστησιν, γεννᾷ τὴν συμπάθειαν. Διότι ὁ ἀρχιτέκτων Μεταξᾶς εἶναι πρῶτος τῶν τωρινῶν ξενοπαλαβῶν τσούσηδων τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ποῦ ἁπλοποιεῖ κάπως τὸ εὐρωπαϊκὸν σπίτι, ποὺ πλησιάζει περισσότερον εἰς ἑλληνοειδῆ μορφήν, ἁπλοποιεῖ τὴν Εὐρωπαϊκὴν γραμμήν, ἡμερώνει, γαληνεύει, ἁρμονίζει αὐτὴν περισσότερον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κτιρίου. Τὸ πρόσωπον τοῦ κτιρίου του, φεύγει περισσότερον κάθε ἄλλων ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴν γραμμήν, τεῖνον μᾶλλον πρὸς τὴν συγγένειαν μὲ τὴν ἑλληνικὴν φύσιν, μολονότι καὶ αὐτὸ ὁλόκληρον εὐρωπαϊκόν. Δι᾿ αὐτὸ σᾶς ἀρέσει ἀσυναισθήτως. Διότι ἔχετε ἔμφυτον μέσα σας, φυσικώτατα καὶ ἁπλούστατα καὶ ἀναγκαστικώτατα, τὴν φυσικὴν αἴσθησιν τῆς ἑλληνικῆς γραμμῆς.

Διὰ τοιούτων αἰσθητικῶν ζητήσεων, μελετῶν, ἀντιθέσεων, συγκρίσεων, θὰ ἐννοήσετε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πλήθη, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὄγκοι τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀρχιτεκτονικῆς ποὺ ἔφερον ἐδῶ, εἶναι ἀποτρόπαιοι. Εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀρχιτεκτονικῆς θὰ τοὺς ἴδωμεν ἀναλυτικῶς τὶ εἶναι καὶ τὶ πρέπει νὰ εἶναι καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ὅπως πρέπει οἱ ὄγκοι καὶ αἱ γραμμαί. Ἡ τωρινὴ γραμμὴ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ, ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὸ Εὐρωπαϊκὸν σπίτι.

Καὶ ὅ,τι εἶναι εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν εἶναι καὶ εἰς τὴν γλυπτικήν. Διὰ νὰ τὸ ἰδῆτε, συγκεντρώσατε ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θωμοπούλου, τοῦ ὁμολογουμένως προσπαθοῦντος νὰ λυγίσῃ τὴν γλυπτικὴν γραμμήν, τῆς σὰν κρύον πτῶμα ξηρᾶς τωρινῆς γλυπτικῆς, νὰ ζωντανεύσῃ τὴν ὕλην. Συγκρίνατε ὅλα του πρὸς τὸ ἓν ἁπλούστατον ἔργον ἀνθρώπου κοινοτάτου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μεγάλην του φιλοπατρίαν μόνον ἀνῆλθεν εἰς τὸ εὐγενέστερον Πάνθεον τῶν εὐεργετῶν -τὸν Βασάνην. Θὰ ἰδῆτε ποῖαν αἰσθητικὴν ἀποκρουστικότητα, ποῖον πλήγωμα ματιῶν θὰ δεχθῆτε ἀπὸ ὅλα τὰ βαρβαρώτατα ἀπομιμήματα, βαρβαρώτατα κατὰ τὴν ἰδέαν, τὴν αἰσθητικὴν τῶν παθῶν καὶ ὅλην τὴν μορφὴν -ἰδέτε τὴν «Αὐτοθυσίαν», εἶναι τὸ Γλυπτικὸν ἀδέλφι τοῦ κτιρίου τοῦ Ἀρσακείου- καὶ ποίαν συμπάθειαν ἀπὸ τὴν καθαράν, ἁπλῆν, γλυκυτάτην, εὐγενεστάτην γραμμὴν τοῦ Βασάνη.

Καὶ ὅ,τι εἶναι εἰς τὴν Γλυπτικήν, εἶναι καὶ εἰς τὴν Ζωγραφικήν. Παραβάλετε τὴν ζωγραφικὴν γραμμὴν τῶν ὅλων μέχρι τοῦδε ζωγραφημάτων, δηλαδὴ τὴν τωρινὴν πάστα-γραμμὴν αὐτῶν ἀκόμη τῶν λεπτομερῶν καὶ δυσανατοσχεδιασμένων ἀντιγραφῶν ἀρχαίων μνημείων τοῦ Φωκᾶ, πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πύλην τοῦ Παρθενῶνος τοῦ Ἀννίνου -ἕνα στιγμιαῖον χρωμοσχεδίασμα- καὶ πρὸς τὰ ἄνθη αὐτοῦ, θὰ ἰδῆτε συγχρόνως τὴν διαφορὰν καὶ τὴν τωρινὴν νεκρότητα, ἀπάθειαν, ἀσυγκινησίαν καὶ χόνδρωσιν τῶν τωρινῶν ματιῶν· σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ Φωκᾶς εἶναι σχεδιαστὴς δυνατός.

Τὸ ζήτημα ἐδῶ εἶναι, νὰ πεισθῆτε πρῶτον, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ Εὐρωπαϊκὴ φύσις, ἄλλη ἡ Ἑλληνική. Ἑπομένως ἄλλη ἡ Εὐρωπαϊκὴ Γραμμή, ἄλλη ἡ Ἑλληνική, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ, νὰ σταθῇ ἐδῶ. Ἡ Ἑλληνικὴ γραμμή, παραβαλλομένη πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκήν, εἶναι ὅπως ἕνας ὡραῖος πάνθηρ μὲ μίαν καμήλαν. Καὶ εἶμαι ὑπερβέβαιος ὅτι μόλις σᾶς ἀφαιρέσω τὴν περιφρόνησιν ποὺ ἔχετε πρὸς κάθε τι ἑλληνικὸν καὶ ἑξαιρετικῶς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, καὶ στραφῆτε ἐξετάζοντες, θὰ ἀντιληφθῆτε αὐθωρεὶ τὴν ἀσύγκριτον ὑπεροχὴν καὶ εὐγένειαν τῆς ἑλληνικῆς φύσεως καὶ γραμμῆς· διότι εἶναι ἀδύνατον ἄνθρωποι ζωγράφοι καὶ γλύπται καὶ ἀρχιτέκτονες, τῶν ὁποίων τὰ κύρια ὄργανα εἶναι τὰ μάτια, νὰ μὴ ἰδῆτε ἁπλῶς, νὰ μὴ διακρίνετε τὴν ἡμέραν ἀπὸ τὴν νύκτα καὶ νὰ μὴ πεισθῆτε ὅτι ἡ φύσις σας εἶναι ἡ λεπτοφυεστέρα πάσης ἄλλης, ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι, καρποὶ φυσικοὶ αὐτῆς, εἶσθε οἱ λεπτοφυέστατοι τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ ὅτι μελετῶντες τὴν φύσιν σας καὶ τηροῦντες καὶ λατρεύοντες καὶ πιστεύοντες τὴν φυσικήν σας ὑπεροχήν, ἀφίνοντες τὴν ψυχήν σας ἐλευθέραν νὰ δημιουργηθῇ ὅ,τι χαρίεν καὶ λεπτὸν βλέπετε, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ δημιουργήσετε ὡραίας Τέχνας.

Βάσις λοιπὸν θὰ εἶναι, ἡ ἑλληνικὴ αἰσθητική, τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσετε πρῶτον, ἀπὸ τὴν φύσιν, ἡ Ἑλληνικὴ Γραμμή. Καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς πρῶτα χαρακτηριστικὰ εἶναι ἡ διαυγεστάτη γραφὴ καὶ ἡ ὑπερτάτη ἁπλότης, ἁπαλότης.

Τὴν γραμμὴν αὐτήν, εἰς ἄλλας μελέτας, θὰ τὴν ἴδωμεν καὶ θὰ τὴν ἀναλύσωμεν παντοῦ εἰς ὅλας τὰς φυσικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ Ἕλληνος πάσης ἐποχῆς καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν Τέχνην διότι ἀνάγκη νὰ προσπαθήσωμεν ὅλοι μας νὰ ὁρίσωμεν τὰ χαρακτηριστικά της ὅλα σαφῶς.

Καὶ ἡ Γραμμὴ ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων ἐκδηλώσεων εἶναι ἡ χαρακτηριστικωτέρα ἰδιότης τῆς ἰδικῆς μας Φύσεως, Τέχνης, Ψυχῆς, ἡ πρωτίστη μας δύναμις, ἡ περισσότερον ὅλων μας τῶν ἄλλων ὑπεροχῶν ἀνέφικτος, εἰς κάθε ἄλλον λαόν.

Λαὸς ὅστις νὰ ἔγραψε τὴν ἑλληνικὴν γραφὴν τῆς γραμμῆς, δὲν ὑπῆρξεν ἕως τώρα οὐδείς. Καὶ οὐδεὶς ἄνθρωπος μὴ Ἕλλην. Διὰ τὸν Ἕλληνα, αὐθωρεὶ διακρίνεται τοῦ βαρβάρου ἡ χείρ, εἰς κάθε ξένον καλλιτέχνημα. Παραδέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν λαοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀνέβουν εἰς τὴν Σελήνην. Ἀλλὰ νὰ γράψουν τὴν γραφὴν αὐτήν, μὴ ὄντες γέννημα καὶ θρέμμα τῆς γῆς αὐτῆς ἐδῶ, ποτὲ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Ἔχω μάλιστα τόσην πεποίθησιν ὥστε δανειζόμενος ἀπὸ τὸν Heine τὸ πεῦκον του -πεῦκον ἦτο τὸ δένδρον ποὺ ἐξερρίζωσε; θὰ τὸ ἐβουτοῦσα εἰς τὸ στῆθος τοῦ Πεντελικοῦ καὶ θὰ τὸ ἔγραφα μὲ μαρμαρόχρωμα εἰς τὸν Ἀττικὸν οὐρανόν, ἢ μᾶλλον ἐπειδὴ μὲ τὸ γερμανικόν του πεῦκον τὰ γράμματα θὰ ἐγίνοντο Γοτθικά, θὰ ἐπροτίμων νὰ κόψω ἕνα λιγυρὸν κυπαρίσσι καὶ ὑγραίνων τὴν αἰχμήν του εἰς τὸν ἄργυρον τοῦ Σαρωνικοῦ νὰ ἀργυροχαράξω εἰς τὸν σμαράγδινον θόλον: Ἡ Γραμμὴ εἶναι Ἑλληνίς.

Ἐλεύθερα λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναβλύσῃ ἀπὸ τὴν φύσιν μας καὶ ἀνεμπόδιστα ἀπὸ τὴν ψυχήν μας καὶ περιφρονητικὴ κάθε ἄλλης ξένης γραμμῆς, ἡ ἑλληνική, διὰ τὴν Ζωγραφικήν, Γλυπτικὴν καὶ Ἀρχιτεκτονικήν, διὰ κάθε γραμμογραφίαν μας, γράφουσα ὁλόκληρον τὸν ἐξωτερικόν μας κόσμον, ἐν πλήρει ἁρμονία πρὸς αὐτήν.

Καὶ διὰ νὰ τελειώσω μὲ μίαν εἰκόνα ζωηράν καὶ ἀκριβῆ, τῆς λεπτῆς γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς γραμμῆς. Ζητήσατε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην ἕνα ὡραιογραμμένον Βυζαντινὸν χειρόγραφον, ἀργυρογραμμένον ἢ χρυσογραμμένον. Καὶ ζητήσατε τῶν αὐτῶν ἢ καὶ πολὺ πολὺ μεταγενεστέρων χρόνων, ἕνα χειρόγραφον Γοτθικὸν ἢ ὅ,τι ἄλλο ἀποτύπωμα γραφῆς. Πᾶσα ἐκδήλωσις εἶναι ἰσοδύναμος καὶ σύμπασαι αἱ ἐκδηλώσεις μιᾶς φυλῆς ἑνὸς λαοῦ, εἶναι ἕνα πρᾶγμα. Θὰ ἰδῆτε ζωντανώτατα ὅλην τὴν ἀπόστασιν χιλιάδων λευγῶν τῆς λεπτοτάτης καὶ εὐγενεστάτης φύσεώς μας ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴν καὶ κάθε ἄλλην θηριωδίαν, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἀργυροχρύσου αἰθεριογραφίας μας καὶ τῆς διὰ σπασμένων ποδιῶν καρεκλῶν Γοτθογραφίας. Τὴν γραφὴν αὐτήν, τὴν μητέρα τῶν ζαλιστικῶν ἀραβουργημάτων, θὰ τὴν εὕρετε εἰς τὴν ζωγραφικήν τῆς ἐκκλησίας μὲ τὴν αὐτὴν αἰθεριότητα καὶ ἀσφάλειαν γραμμένην, ἐπὶ ὅλων τῶν ζωγραφικῶν ὑφασμάτων, ὅπως καὶ τὴν ὅλην ἑλληνικὴν γραμμογραφίαν. Τὴν γραφὴν αὐτὴν θὰ τὴν εὕρετε, ὡς εὐγενῆ προσπάθειαν, ὁμοίαν εἰς εἰκόνας τινὰς τοῦ Ράλλη, εἰς τὸν Γύζην ὁλόκληρον. Καὶ τὴν Βυζαντινὴν αὐτὴν γραμμὴν θὰ τὴν εὕρετε ταυτόσημον εἰς τὴν γραφὴν τοῦ Ἀννίνου· εἶναι ἡ ὑπερτάτη γραφὴ τῆς σαφηνείας, λεπτότητος, ἁπλότητος, ζωῆς καὶ αἰθεριότητος. Εἶναι, ἡ μία εὐγενεστάτη ἀνθρωπίνη γραφή, τῶν ἀρχαίων μας μαιάνδρων εἰς τὸ παραδείσιον ἡμῶν φῶς. [Πηγή]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου