Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Με φως και με θάνατον: Η ελληνική νεολαία του χθες και του σήμερα

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Με φως και με θάνατον: Η ελληνική νεολαία του χθες και του σήμερα

Με βασανιστικές σκέψεις για τις «αξίες» του σήμερα. 


Κάθε φορά που ακούμε για τις αναζητήσεις «φανταστικών», «μοναδικών» ή «αξεπέραστων» εμπειριών στη διάσταση της ψιλής και των άλλων ναρκωτικών, κάθε φορά που βλέπουμε τα μεθυσμένα νιάτα του τόπου μας στην άσφαλτο αιμόφυρτα, κάθε φορά που απ’ τη μάνα Ελλάδα παρακολουθούμε εκστατικοί τη νεολαία σε καταλήψεις άνευ ουσίας και οχλοκρατικά επεισόδια, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στη σύγκριση με το χθες. Κάθε φορά που ακούμε για συμβάντα εκδήλωσης βίας της σημερινής νεολαίας, κάθε φορά που ερχόμαστε ενώπιον ξυλοδαρμών άνευ αιτίας καθηγητών σε σχολεία ή τις δολοφονικές απόπειρες του όχλου στα γήπεδα επαναφέρουμε στη μνήμη μας το παρελθόν μας. Ξαναθυμόμαστε τα νιάτα πριν μερικές δεκαετίες. Ξαναπροβάλλουμε νοερά τους στόχους της νεολαίας μας τότε, τους στόχους της νεολαίας μας τώρα. Καταθλιβόμαστε...


Έστω ότι μας καλούσε κάποιος να αναφέρουμε τη διαδομένη ιεραρχία στις αξίες της νεολαίας μας σήμερα, ποιες θα κατατάσσονταν στην κορυφή; Πιθανότατα η δόξα, χρήμα, «έρωτας». Τελικά ένα παραφουσκωμένο ΕΓΩ.

Δόξα ευκολοκατάκτητη, αβρόχοις ποσί. Δόξα του πρώτου, αλλά μόνο κατ’ όνομα καλύτερου. Δόξα μέσω του μέσου, δόξα της διάκρισης μέσω του χρήματος, δόξα με τον ελάχιστο κόπο. Δόξα που αδιαφορεί εντελώς για τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Δόξα που δένει τον εαυτό της με χίλιους κόμπους και συνεχίζει στον λάθος δρόμο φοβούμενη να μιλήσει την αλήθεια. Δόξα που ορθώνει γιγάντια βαβελικά είδωλα για την ίδια και τα προσκυνά. Δόξα που δύσκολα παραδέχεται τα τρύπια της και γι' αυτό δεν μπορεί ποτέ να κοιτάξει τον καθρέφτη και την αλήθεια του. Δόξα που τρέφει το εγώ και το χοντραίνει τόσο που δεν χωράει άλλο πρόσωπο η καρδιά.

Χρήμα εύκολο και γρήγορο. Χρήμα που εξασφαλίζει όχι μόνο τα προς το ζην, αλλά και πολλά παραπάνω. Χρήμα που «χαρίζει» καταχρήσεις, αγοράζει ψεύτικους παράδεισους και σε κλείνει μέσα. Χρήμα που σου προκαλεί μανιώδη προσμονή μιας κληρωτίδας ή αστείρευτη χαρτοπαιξία. Χρήμα που σε σπρώχνει στα άκρα για να θησαυρίσεις. Μαύρο χρήμα απότοκο «όσων κάνουν όλοι». Το να είσαι φτωχός είναι ντροπή, αλλά το να μπορείς να πλουτίσεις παρανομώντας και να μην το κάνεις είναι σχεδόν διπλάσια ντροπή στην αντίληψη του πλήθους!

«Έρωτας» επιπόλαιος, επιφανειακός και ηδονικός. Σεξ για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους! Απόλαυση της μιας νύκτας κατά τα χολιγουντιανά πρότυπα, σαν απαραίτητο ενός «νορμάλ» που δεν πρέπει να «καταπιέζεται». Από νεαρή ηλικία η «εμπειρία», με πλήθος «επιτυχιών», αλλά και με προφυλάξεις -καθώς το κράτος και οι φορείς συμβουλεύουν!- για να μην υπάρχουν... δυσάρεστα. Γιατί στο δοκιμαστήριο των «δυσάρεστων» ξεφουσκώνει μεμιάς ο πόθος και ο «έρωτας», αυτός ο «έρωτας» που νοιάζεται μόνο για τα κορμιά που συνάπτονται για μια στιγμή κι ύστερα σβήνει για πάντα. Η επαφή συχνά δεν αφήνεται να ψηθεί στις ψυχές, δεν έχει συχνά καμιά περαιτέρω στόχευση. Επαφή που κρατά όσο κρατά το χάδι της επιδερμίδας. Κι η παρθενιά ανακηρύσσεται βλακεία!

Στο νοερό βιβλίο φυλλομετρούμε τις χθεσινές και προχθεσινές σελίδες της ιστορίας μας. Βρίσκουμε κοινωνίες κλειστές, κάποτε σκληρές, κοινωνίες του αγρού και του ιδρώτα, κόσμους ηλιοκαμένους και σκοτεινούς. Ίσως, συλλογιζόμαστε, η αυστηρότητά τους να προφύλασσε τη συλλογική πορεία από ανατρεπτικές παρεκκλίσεις. Εκεί μέσα πάντως γεννήθηκαν και ανατράφηκαν τα πιο ατόφυια λουλούδια, τα πιο σπάνια, τα πιο ξεχωριστά. Γιατί κάποιες οικογένειες αυτής της παλιομοδίτικης παραδοσιακής κοινωνίας μας, κάποιες αμόρφωτες από γράμματα και τόσο ψημένες στη ζωή, ήξεραν να κρίνουν ορθότερα τις αξίες της ζωής και έπλασαν ωραίες γενιές. 

Μια τέτοια εξαίρετη γενιά θα ήταν αυτή του ’50! Ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ήταν ένας τυχαίος αγώνας. Η επανάσταση του κυπριακού Ελληνισμού δεν ήταν μια πράξη που εκτελέστηκε από επαγγελματίες στρατιωτικούς ή εμπειροπόλεμους στρατιώτες. Ήταν μια επανάσταση που είχε ως πρώτη ύλη μια νεολαία κατ’ εξοχήν φιλήσυχη και σίγουρα απειροπόλεμη. Είχε όμως μια νεολαία με ξεκάθαρο στόχο που φλεγόταν από τον πόθο της Λευτεριάς και της Ένωσης, μια νεολαία βγαλμένη και μεγαλωμένη μέσα στα κατηχητικά και τις Εκκλησίες. Μια νεολαία που παρέλαβε αναμμένο το καντήλι του Ελληνισμού και της Ορθόδοξης πίστης. Μια νεολαία που αν δεν ήταν ήδη έτοιμη, σε ελάχιστο διάστημα ωρίμασε στο καμίνι του Αγώνα και ξεπέρασε τις μικρότητες του κόσμου τούτου. Ξεπέρασε τους άλλους και τον εαυτό της. Ήταν η νεολαία που δεν λογάριαζε τις επιπτώσεις. Και μόνο μια τέτοια νεολαία θα μπορούσε να μη δειλιάσει στον θάνατο του σώματος και να τα δώσει όλα στον αγώνα.

Ήταν μόνο οι εξαιρέσεις διαμαρτύρεται ένας αμφισβητίας. Ακόμη κι έτσι να ήταν, θα 'ταν πολλές αυτές οι εξαιρέσεις!



Αφού συχνά λέμε ότι τα κούφια λόγια τα βαρεθήκαμε, ας μιλήσουμε με τα παραδείγματα μιας άλλης γενιάς που έζησαν οι παππούδες μας και άγγιξαν οι γονείς μας. Ένας από τους γνωστότερους ήρωες της εποποιίας της ΕΟΚΑ και ο πρώτος μαθητής που έπεσε στον αγώνα ήταν ο Πετράκης Γιάλλουρος. Νεαρότατος, τελειόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, άριστος μαθητής και υπερήφανος σημαιοφόρος της Ελληνικής σημαίας, ανέλαβε υπεύθυνος των μαθητικών ομάδων της ΕΟΚΑ στο σχολείο του. «Λόγος του και κουβέντα του, αφηγείται η μάνα του, ήταν πάντα η Ελλάδα. Καημός του και πόθος, όνειρο και τραγούδι του, η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.»Ριζοκάρπασον (βλ. ). Έγραφε κυριευμένος από συγκίνηση ο νεαρός μαθητής στον πατέρα του κατά την εκδρομή του στην Ελλάδα:

«Μόλις πάτησα το Άγιο χώμα της Ελλάδος, μια βαθειά συγκίνησις με κατακυρίευσε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, αφ’ ενός λόγω του ότι πατούσα στην Ελεύθερη Πατρίδα, αφ’ ετέρου διότι σκέφτηκα ότι η ιδιαιτέρα μας πατρίς Κύπρος έμενε υπόδουλη κάτω από τον βαρύ ζυγό των Άγγλων, ενώ έπρεπε να είναι κι αυτή ένα κομμάτι της Ελεύθερης Ελλάδος». (βλ. Σημερινή, 6/2/2010)


Λίγους μήνες μετά την έναρξη του αγώνα, απευθυνόμενος πάλι προς τον πατέρα του, αποκάλυπτε το ολοκληρωτικό και ενσυνείδητο δόσιμό του στον αγώνα υπέρ της Ελευθερίας της ιδιαιτέρας του πατρίδας. Δίδασκε, σε ηλικία μόλις 16 ετών, με θάρρος και με ευγένεια, τον πατέρα του αλλά και όλους εμάς ένα μάθημα που δεν θα το διδαχτούμε ποτέ σε κανένα Harvard ή Cambridge του κόσμου και σε κανένα σεμινάριο επιμόρφωσης:


«Δεν συμφωνώ αγαπητέ μου πατέρα στο ότι ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα να κοιτάξει για τον εαυτό του και ύστερα για την πατρίδα του. Τότε αυτός, καταντά άκρως εγωιστής, τομαριστής και μπορώ να πω αναίσθητος. Διότι όταν δεν κυριαρχεί μέσα του το αίσθημα της φιλοπατρίας, το ευγενέστερο των αισθημάτων, δεν είναι δυνατό να κυριαρχεί κανένα άλλο ευγενές αίσθημα... Εξ άλλου, αγαπητέ μου πατέρα, η ορμή του ανθρώπου προς την ύλη, δηλαδή τον πλούτο και την καλοπέραση και η ικανοποίηση τούτη, δεν προσφέρει την πραγματική ευτυχία του ανθρώπου. Την απόλυτη ευτυχία προσφέρει στους ανθρώπους και ιδίως όταν είναι Έλληνες, η ορμή προς τα ανώτερα ιδανικά την αγάπη προς την Πατρίδα και τον πόθο ακόμη και να θυσιαστεί για την ελευθερία της που είναι και δική του ατομική ελευθερία και αξιοπρέπεια». (βλ. Αλήθεια)


Περίπου ένα χρόνο αργότερα, στις 7/2/1957, δεν θα φειδόταν τη ζωή του. Κατά τη διάρκεια μιας μαχητικής μαθητικής διαδήλωσης ενάντια στην απόφαση κλεισίμαστος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου οι Άγγλοι αποικιοκράτες χρησιμοποίησαν πραγματικά πυρά και ένα βόλι κτύπησε θανάσιμα τον Πετράκη Γιάλλουρο στο μέρος της καρδιάς. «Ο Πετράκης προχώρησε δέκα βήματα περίπου, κραύγασε “ζήτω η Ένωση” και έπεσε.» 


Θα γράψει ο Νίκος Κρανιδιώτης ανταποκρινόμενος στη θυσία του παλληκαριού στους Τάιμς οφ Σάιπρους λίγους μήνες αργότερα (15/11/1957): «Αγάπησε τη γαλανόλευκη. Αγάπησε τη σκιά της. Αγάπησε τις γαλανές σκέψεις της.» Αγάπησε, και δεν έμεινε στα λόγια! Αγάπησε και πέθανε για την αγάπη της. Δεν κρύφτηκε στην ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού του. Ξεπερνώντας τις συμβουλές του αγωνιούντος πατέρα του, αφουγκράστηκε την εποχή του και έγινε άξιο τέκνο της εποχής και της πατρίδας του. Θα μπορούσε να σβήσει τον ενθουσιασμό του συμβιβαζόμενος με το δέλεαρ της ζωής κι ύστερα να βυθιστεί σε μια θεσούλα μέχρι να φύγει άγνωστος απ' αυτήν τη ζωή μας. Αλλά ο άριστος μαθητής ΑΡΙΣΤΕΥΣΕ ξανά κατατασσόμενος στο πάνθεον των ηρώων.

Υ/Γ. Σήμερα η τελευταία κλίνη του ήρωα, μοιραζόμενη από τον έτερο μαθητή ήρωα Κασπή, στέκει  και μας περιμένει στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο. Με τον σταυρό στην κορφή και τη θεία δάφνη που χάρισε ο θάνατος για την Ελλάδα προσμένει τους λεύτερους λευτερωτές. Ποιος από εμάς θα αξιωθεί, υπερήφανος σημαιοφόρος κι αυτός, να υψώσει τη γαλανόλευκη ξανά και μόνιμα στο σημείο που αναπαύεται αιώνια το σώμα των ηρώων;

Π. Κυπριανού: Έτσι τον ήθελε η μάνα του «να έρθει»... ήρωα!

Ένας άλλος 18χρονος, ο Πετράκης Κυπριανού, αρχηγός αντάρτικης ομάδας στον τομέα Λάρνακας, έπεσε ηρωικά λίγες ημέρες μετά τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Λίγο πριν δώσει την ηρωική μάχη του με τον Χάροντα είχε παραγγείλει σε έναν συναγωνιστή του:

 «Να πεις της μάνας μου, ότι ο γυιος της πεθαίνει για την Πατρίδα με το χαμόγελο στα χείλη. Εκπληρώνω τους πόθους μου. Ήρθε κι εμένα η σειρά μου να θυσιαστώ για την Πατρίδα όπως στις 3 του Μάρτη ο Γρηγόρης Αυξεντίου.»

Ήταν αποφασισμένος και ήταν σίγουρος. Όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Άγγλοι τους περικύκλωναν, επανέλαβε: «Ήρθε και σ’ εμάς η ώρα να κάνουμε το καθήκον μας προς την Πατρίδα.» Το παλληκάρι επέλεξε τελικά να αντισταθεί μόνος σε ένα κενό σπίτι απέναντι στους Άγγλους που τον είχαν περικυκλώσει. Πολέμησε επί 2,5 ώρες, αλλά το αποτέλεσμα της μάχης ήταν προδιαγεγραμμένο. Ήταν μόνος ενάντια σε τρεις χιλιάδες.

Η αναγγελία του θανάτου έγινε από την αστυνομία. «Όταν με πήραν κοντά του και τον είδα νεκρό», λέει στην αφήγησή του ο πατέρας του ήρωα, «έσκυψα, τον αγκάλιασα, τον φίλησα και είπα: Χαλάλι της πατρίδας το αίμα σου, παιδί μου.» Στην κηδεία του, όταν η μάνα του νεκρού ήρωα «αντίκρισε το κλειστό φέρετρο του παιδιού της πλησίασε, χαΐδεψε το σκληρό ξύλο και είπε: “Έτσι σε ήθελα, γυιε μου, να ‘ρθεις, ήρωας!”»

Αλήθεια, ποια μάνα σήμερα θα εκστόμιζε τα ίδια λόγια μπροστά στο φέρετρο του νεκρού σπλάχνου της; Μήπως κάποια μάνα απ’ αυτές που προτρέπουν τα παιδιά τους να δηλώσουν τάχα ότι έχουν ψυχολογικά προβλήματα για να μην υπηρετήσουν τη θητεία τους και να «χαραμίσουν» δυο χρόνια από τη ζωή τους;
-----
Βλ. Ελ. Σεραφείμ-Λοΐζου (1982), Ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου: 1955-59: Όπως τον έζησε μια τομεάρχις, Λευκωσία, σ. 204-8

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου