Π. Υ. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Το Ολοκαύτωμα του Σουλίου

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Το Ολοκαύτωμα του Σουλίου

Οι αγώνες των Σουλιωτών εξύψωσαν το φρόνημα των Ελλήνων.

 Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα, η πατρίδα της δόξας, της ελευθερίας και των ακαταλύτων ιδεών κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1453 μ.Χ. με ολέθριες επιπτώσεις για τον Ελληνισμό. Πολλοί υπόδουλοι Έλληνες έχασαν την παρουσία τους, τα κτήματά τους τα έπαιρναν οι Τούρκοι και τα έδιναν στους πασάδες και σε όσους τους υπηρετούσαν.


Η χώρα έμεινε σχεδόν ακαλλιέργητη, ενώ πολλοί από τους διανοούμενους και δραστήριους Έλληνες έφυγαν στο εξωτερικό και βέβαια η αμάθεια ήταν επακόλουθο της κατάπτωσης της χώρας που έγινε επαρχία ενός απολίτιστου τότε ασιατικού λαού. Ακολούθησαν «χρόνοι δίσεχτοι», αλλά και επαναστατικά κινήματα, όπως του Διονυσίου Φιλοσόφου και αργότερα του Λάμπρου Κατσώνη που επωφελήθηκε και από τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν ήταν ένα ξαφνικό και μοναδικό γεγονός, αλλά η επιτυχής και παράτολμη απόπειρα των υποδούλων Ελλήνων από τις πολλές που έκαναν μέχρι τότε.

Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματα» και ειδικότερα σ’ αυτό που φέρνει τον τίτλο: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς…» γράφει χαρακτηριστικά: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα οπού ενικήσαμεν, οπού ετελειώσαμεν με καλά τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες, αναθέματα» (Κείμενα Νεο­ελ- ληνικής Λογοτεχνίας, Γ’ Γυμνασίου, έκδοση ΙΒ’ 1990, σελ. 103).

Στην εύανδρο Ήπειρο οι Σουλιώτες ήταν εμπόδιο στους Τούρκους. Είχαν δημιουργήσει ένα είδος στρατιωτικής Ομοσπονδίας που ήταν κυρίαρχη στη γύρω περιοχή. Η δομή της Σουλιώτικης κοινωνίας ήταν καθαρά πατριαρχική. Οι κάτοικοι ήταν χωρισμένοι σε «φάρες» που καθεμιά είχε το δικό της αρχηγό, ο τίτλος του οποίου ήταν κληρονομικός. Οι αρχηγοί των φαρών αποτελούσαν την κεντρική κυβέρνηση (για την περιοχή) που ονομαζόταν «Κριτήριο της Πατρίδας» και είχε ως κύρια αποστολή τη στράτευση των κατοίκων σε περίπτωση πολέμου και την απονομή της δικαιοσύνης.

Γνωστές φάρες, μέλη των οποίων διέπρεψαν στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ήταν του Μπότσαρη, του Τζαβέλα, του Δράκου, του Φωτομάρα, του Νίκα, του Κουτσονίκα κ.ά. Ο στρατός των Σουλιωτών σε καιρό πολέμου αριθμούσε περίπου 4.000 άνδρες, αλλά στις μάχες βοηθούσαν και οι γυναίκες και τα παιδιά μεταφέροντας τρόφιμα και πολεμοφόδια και στην ανάγκη κρατώντας όπλο και πολεμώντας σκληρά και γενναία, όπως καταφαίνεται στο παρακάτω ιδιαίτερα εντυπωσιακό αφήγημα «Η Σουλιωτοπούλα» του Γιάννη Βλαχογιάννη, ο οποίος καταγόταν από οικογένεια Σουλιωτών προσφύγων:

«Στης μάχης τον καπνό, που πνίγει το λαγκάδι, ο Σουλιώτης όλα τα’χει λησμονήσει, πείνα και δίψα. Και το Σούλι πέφτει ξέμακρα και σαν λησμονημένο είναι κι εκείνο, τ’ άχαρο. Κι εκεί που πολεμάει το παλικάρι, αγλύκαντο, μέρα και νύχτα, ακούει μια γνώριμη φωνή που τον ξυπνάει. Λοιπόν το Σούλι δε χάθηκε και ζει: Κι ήταν η Λάμπη, η αδερφή του νιου.

– Τι καλά μου φέρνεις, ωρή Λάμπη;

– Ζεστή κουλούρα, ωρ’ αδερφέ, που σου τη ζύμωσα με τα χεράκια μου κι η μάνα την έψησε στην ανθρακιά, μονάχη. Έλα να φας μια ψίχα και να ξαποστάσεις.

– Δε μπορώ, καημένη, να παρατήσω το ντουφέκι…

– Αυτό είν’ η συλλογή σου, Νάση; Έρχομαι ‘γω και σου κρατώ τον τόπο σου… Να, σου έστρωσα! Και δώσ’ μου το ντουφέκι.

Χαμογελάει ο αδερφός, ο καπνισμένος. Και δεν έχει ανάγκη να μάθει την κορασιά πως πιάνουν το ντουφέκι. Ο πόλεμος βαστούσε πάντα. Με χέρι σταθερό γέμιζ’ εκείνη και σημάδευε. Κι ο αδερφός της παραπέρα έτρωγε ήσυχος και μοναχά την πείνα του άκουγε τη θεριεμένη μέσα του.
Κι ο πόλεμος βαστούσε. Κι εκεί, ένα βόλι ήρθε και πέτυχε κατάστηθα την κορασιά. Μα αυτή έκανε καρδιά και δε μιλούσε. Το αίμα πλημμύριζε τον κόρφο της. Η Λάμπη σημάδευε και ντουφεκούσε.

– Έφαγες, Νάση;

– Κοντεύω, ακόμα λίγο, Λάμπη.

– Η κόρη ξαναρώτησε δεύτερα και τρίτα. Και τότε μ’ ένα πήδημα το παλικάρι βρέθηκε κοντά της. Άρπαξε το ντουφέκι κι ήσυχο καθώς είχε τραβηχτεί, ξανάρχισε τον πόλεμο. Αμίλητη η Σουλιωτοπούλα πήγε παραπίσω κι έπεσε. Κι ο πόλεμος βαστούσε». (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β’ Γυμνασίου, έκδοση ΚΓ’ 1999, σελ. 285).

Κατά των ηρωικών Σουλιωτών έγιναν αρκετές εκστρατείες των Τούρκων, όπως το 1721 που ήταν πασάς των Ιωαννίνων ο Χατζή Αχμέτ, το 1754 που ήταν πασάς ο Μουσταφά, το 1759 που ήταν διοικητής στο Δέλβινο ο Ντοστ μπέης και το 1772 ισχυρές δυνάμεις τουρκαλβανών επιχείρησαν να καταλάβουν το θρυλικό Σούλι.

Όταν έγινε πασάς των Ιωαννίνων (1788) ο Αλής ο Τεπελενλής, οι εκστρατείες των Τουρκαλβανών εναντίον του Σουλίου μπήκαν σε καινούργια φάση. Ο Αλή Πασάς εκστράτευσε εναντίον των Σουλιωτών το 1790, απέτυχε και αποχώρησε άπρακτος και ταπεινωμένος. Το 1792 επιχείρησε δεύτερη εκστρατεία και (θέλοντας να εξαπατήσει τους Σουλιώτες) ζήτησε βοήθεια με την πρόφαση ότι θα επιτίθετο εναντίον του Αργυροκάστρου. Όταν πήρε τη βοήθεια, αιχμαλώτισε τους στρατιώτες και επιτέθηκε εναντίον των Σουλιωτών με την ελπίδα ότι θα τους αιφνιδίαζε, όμως και πάλι αποκρούστηκε από τους γενναίους Σουλιώτες.

Το 1800 ξεκίνησε την τρίτη εκστρατεία κατά του Σουλίου. Μάλιστα προσπάθησε να διασπάσει τους Σουλιώτες προσφέροντάς τους χρήματα και, χτίζοντας οχυρά, απέκλεισε όλες τις διαβάσεις απ’ όπου ανεφοδιάζονταν οι Σουλιώτες με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Βέβαια οι Σουλιώτες αμύνθηκαν σθεναρά για πολλούς μήνες, αλλά η έλλειψη τροφίμων τους ανάγκασε να υποχωρήσουν στο πολυθρύλητο Κούγκι και να συνθηκολογήσουν (1803). Ως μοναδικό όρο έβαλαν την ελεύθερη αποχώρησή τους από το Κούγκι, όπου παρέμεινε ο Καλόγερος Σαμουήλ με λίγους άνδρες. Όταν οι προκλητικοί Τούρκοι μπήκαν στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και τινάχτηκαν στον αέρα.

Όσοι Σουλιώτες σώθηκαν, χωρίστηκαν σε τρεις φάλαγγες και αποχώρησαν. Η πρώτη φάλαγγα με αρχηγό το Φώτο Τζαβέλα έφτασε στην Πάργα κι από εκεί χωρίς απώλειες στην Κέρκυρα. Η δεύτερη φάλαγγα με αρχηγό τον Κουτσονίκα δέχτηκε επίθεση των Τούρκων κοντά στο Ζάλογγο και αποδεκατίστηκε, ενώ πολλές γυναίκες (για να αποφύγουν την αιχμαλωσία) έπεσαν από τους βράχους κρατώντας τα παιδιά τους στην αγκαλιά. Είναι ο περίφημος «Χορός του Ζαλόγγου» που χιλιοτραγουδήθηκε και με πολλή συγκίνηση τραγουδιέται και σήμερα «Έχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκιά ζωή…». Η τρίτη φάλαγγα με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη έφτασε στο Βουλγαρέλι και ενώθηκε με άλλες δυνάμεις.

Ο Αλή Πασάς τους πολιόρκησε στο μοναστήρι του Σέλτσου (1804) και τους εξόντωσε. Όσοι γλίτωσαν, διέφυγαν στο Μεσολόγγι, στο Αγρίνιο και στα Εφτάνησα. Το 1820 που ο φιλόδοξος Αλή Πασάς ήρθε σε ρήξη με το Σουλτάνο, οι Σουλιώτες συμμάχησαν μαζί του με αντάλλαγμα την επανεγκατάστασή τους στο αγαπημένο τους Σούλι.

Όταν ξέσπασε η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τα στρατεύματα των Τούρκων πολιορκούσαν τα Γιάννινα (και τον Αλή Πασά) με αρχηγό τον Χουρσίτ Πασά και αργότερα τον Ομέρ Βρυώνη και πάλι οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον του Σουλίου. Η ηγεσία της Ελληνικής Επανάστασης έστειλε βοήθεια από τη στεριά με αρχηγό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο που νικήθηκε στο Πέτα της Άρτας και από τη θάλασσα με αρχηγό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη που νικήθηκε στο Φανάρι της Πρέβεζας. Έτσι οι αποκλεισμένοι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν (1822) και να εγκαταλείψουν και πάλι το Σούλι. Πολλοί κατέφυγαν στα Εφτάνησα και η συντριπτική πλειοψηφία τους έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην επαναστατημένη Ελλάδα, επέδειξαν απαράμιλλη γενναιότητα και ανέδειξαν ήρωες του αναστήματος του Μάρκου Μπότσαρη, του Κίτσου Τζαβέλα κ.ά.

Μάλιστα οι θρυλικοί Σουλιώτες διακρίθηκαν στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου κατά τη δεύτερη πολιορκία του μέχρι την ηρωική Έξοδο (1826). Το μεγαλόπνοο ποίημα «Από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους» τελικά γίνεται ένας ύμνος του ανθρώπου, που κρατάει ζωντανή τη θέλησή του για αντίσταση και αγώνα και θυσία και μένει ελεύθερος, ακόμη κι αν είναι πολιορκημένος από χιλιάδες εχθρούς. Το σχετικό ποίημα (Σχεδίασμα Β, Απόσπασμα 1) τονίζει με έμφαση:

«Άκρα του τάφου σιωπή στο κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γω στο χέρι;
οπού συ μού’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

(Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γ’ Γυμνασίου, Έκδοση ΙΒ’ 1990, σελ. 113).

Οι ηρωικοί αγώνες των Σουλιωτών εξύψωσαν το φρόνημα των Ελλήνων και ήταν φωτεινό παράδειγμα στο μεγάλο αγώνα για την Ελευθερία, η οποία είναι «βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά». Κάθε χρόνο στο θρυλικό Σούλι γίνονται λαμπρές εκδηλώσεις, μάλιστα πριν μερικά χρόνια εκφώνησε τον πανηγυρικό της ημέρας ο ξακουστός Μπότσαρης, άξιος απόγονος της ένδοξης οικογένειας των Μποτσαραίων. [ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΜΠΙΓΓΟΣ, Επίτ. Σύμβουλος Φιλολόγων Ιωαννίνων, Πηγή: ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου